Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Τα παραμύθια της Αρετής




 



Πηγή έμπνευσής μας ήταν το  τραγούδι "Του νεκρού αδελφού". Το διαβάσαμε και το ξαναδιαβάσαμε με την ομάδα των "Παραμυθάδων" και αποφασίσαμε να γράψουμε κάτι με αφορμή αυτό. Πρώτη μας σκέψη ήταν, φλερτάροντας με την οπτική του "Ποιος έφερε την Ντορουντίν" του Ι. Κανταρέ να φτιάξουμε τις δικές μας αστυνομικές ιστορίες. Θες όμως η γοητεία της παραλογής, θες η δική μας φαντασία που οργίαζε ξεπερνώντας τα όρια του πραγματικού, βρεθήκαμε να γράφουμε παραμύθια:
Τα παραμύθια της Αρετής




«ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ»


Μια φορά κι έναν καιρό , σ’ έναν τόπο μακρινό ζούσε η Αρετή, η αρχοντοπούλα, παντρεμένη μ΄ ένα αρχοντόπουλο. Η Αρετή δεν ήταν απ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ξένη, από μακρινά μέρη έλεγαν. Ήταν απ΄τα μέρη εκείνα που βγάζουν όμορφες κοπέλες σαν νεράιδες και δυνατά παλικάρια. Γιατί η Αρετή ήταν σαν νεράιδα! Όταν γεννήθηκε και ήρθαν οι νεράιδες να τη δουν και να τη μοιράνουν θαμπώθηκαν τόσο από την ομορφιά της που κάποιες απ’ αυτές έμειναν κοντά της, μπερδεύτηκαν με τα ξανθά της τα μαλλιά και την έκαναν να λάμπει! Μακριά στη χώρα της είχε εννιά αδέρφια, που δούλευαν τη γη και την έκαναν να καρπίζει τρεις φορές το χρόνο και που ταξίδευαν στα πιο παραμυθένια μέρη της γης για να φέρουν όλου του κόσμου τα καλά στη γριά μάνα τους.

Έφτασε όμως το μήνυμα, ότι θανατικό μεγάλο έπεσε στον τόπο της Αρετής, και όλοι το έμαθαν πως και οι εννιά αδερφοί της πεθάνανε. Το έλεγαν οι πραματευτάδες, το έλεγαν οι έμποροι και κάποιοι ταξιδεμένοι . Η μητέρα της Αρετής έλεγαν, από τα πολλά έξοδα που είχε  για να κάνει τις κηδείες κατά πως ταίριαζε των παλικαριών της, δανείστηκε πολλά λεφτά από τοκογλύφους. Μα,  όπως ήταν λογικό αυτοί ήθελαν τα λεφτά τους πίσω και μάλιστα με το παραπάνω και η γριά Αρχόντισσα δεν μπορούσε  να τους ξεχρεώσει. . Έτσι, έλεγαν, μετά από εννιά  κηδείες και μην έχοντας κανέναν να δουλέψει στα χωράφια και να  νοιαστεί την περιουσία, της πήρανε  ακόμα και το σπίτι και αναγκάστηκε να μένει  στο νοίκι. Έλεγαν, έλεγαν , έλεγαν… Το συζητούσαν παντού, το κουβέντιαζαν κι οι γειτόνισσες της Αρετής και μόλις την έβλεπαν σώπαιναν.
Κάποια στιγμή όλα αυτά έφτασαν και στα αυτιά της Αρετής, που περίμενε παιδί. Όμως, αυτό το παιδάκι δεν γεννήθηκε ποτέ, γιατί μετά από όλη αυτή τη στενοχώρια η καημένη η αρχοντοπούλα,  όπως ήταν φυσικό απέβαλε. Κι επειδή δε θέλει  και πολύ ο άνθρωπος, άρχισε σιγά-σιγά  να χάνει το μυαλό της! Ο άντρας της που την αγαπούσε πολύ , για το καλό της,  δεν την άφηνε να βγαίνει και πολύ από το σπίτι. Αλλά ούτε η Αρετή ήθελε να πολυβγαίνει, αφού είχε πέσει σε βαθιά στενοχώρια, γιατί τα αδέρφια της τα αγαπούσε πολύ, και ειδικά τον Κωνσταντή. Είχε βυθιστεί σε μια πολυθρόνα και χωρίς να κάνει τίποτα περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι νύχτες, έτσι άπρακτα, χωρίς να κουνά ούτε το μικρό δακτυλάκι της.
Ένα βραδάκι, άκουσε την πόρτα  να χτυπά. Δεν ήταν κανένας εκείνη την ώρα στο σπίτι κι έτσι με βαριά καρδιά  σηκώθηκε από τη θέση της. Ανοίγει, και τι  να δει; Τον αδερφό της τον Κωνσταντή! Η Αρετή δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της, τα έτριβε ξανά και ξανά, και μετά έπεσε με δάκρυα στην αγκαλιά του. Δεν την ένοιαζε το πώς και το γιατί, της αρκούσε πού ο Κωνσταντής της ήταν εκεί! Που δεν πάτησε τον όρκο του και ήρθε να την πάρει πίσω στη μάνα τους. Λοιπόν, για να μη σας τα πολυλογώ, τα δύο αδέρφια αποφάσισαν να πάνε να βρουν την μητέρα τους. Έφυγαν βιαστικά από το σπίτι γιατί δεν μπορούσε να κρατηθεί η Αρετή, που ήθελε σαν τρελή να πει τα νέα στη μάνα της. Στο δρόμο που πήγαιναν τα δυο αδέρφια έπαιζαν, συζητούσαν, γελούσαν. Η  Αρετή συχνά πυκνά, αγκάλιαζε και φιλούσε τον Κωνσταντή. Και το διασκέδαζε που όλοι στο δρόμο την κοιτούσαν κι απορούσαν για αυτό που έβλεπαν. Δεν ήταν συνηθισμένο κάτι τέτοιο!



Δρόμο παίρναν , δρόμο αφήναν, δρόμο παίρναν , δρόμο αφήναν περπάταγαν μέρες πολλές! Πέρασαν βουνά και λαγκάδια, δάση και χωράφια, ποτάμια και λίμνες! Κάποια στιγμή έφτασαν στον τόπο τους και στο χωριό τους. Βρήκαν το σπίτι της μητέρας τους ,κι εκείνη, σαν είδε τη χαρά να μπαίνει ανέλπιστα στο σπίτι της ξέσπασε σε κλάματα ευτυχίας! Η Αρετή βέβαια,  μετά από κάποιες ώρες άρχισε να συλλογιέται και τον άντρα της. Σκέφτηκε πως έλειπε αρκετές μέρες από το σπίτι της, κι αποφάσισε  γρήγορα να πάρει το δρόμο του γυρισμού.
Σαν έφτασε όμως στο σπίτι της,  φωνές και κακό! Έλεγε εκείνη πως την πήρε ο Κωσταντής, φώναζε εκείνος γιατί να φύγει  από το σπίτι χωρίς να του πει αυτού τίποτε και όλο ρωτούσε, γιατί και πώς, και ποιος Κωσταντής! Έτσι, πικραμένη η αρχοντοπούλα μας βυθίστηκε πάλι στη σιωπή της και στην πολυθρόνα της και μαράζωνε όπως είχε μαραζώσει και αδειάσει το πατρικό της σπίτι .
Πίσω στο σπίτι  της μάνας της , ήρθαν οι μέρες να  πληρωθεί το νοίκι!  Πάει λοιπόν ο νοικοκύρης να το ζητήσει, χτυπάει μια, χτυπάει δυο καμιά απάντηση! Χτυπάει τρεις τίποτα! «Λες να έπαθε κάτι η γρια Αρχόντισσα;» μονολόγησε. Μια και δυο μπαίνει από την από την πίσω πόρτα! Μετά από λίγο όλοι τον άκουσαν να φωνάζει:
-Βοήθεια-βοήθεια! Τη χάνουμε την Αρχόντισσα!
Μαζεύτηκαν οι γείτονες, φώναξαν γιατρούς, φώναξαν νοσοκόμους, τίποτε! Είδαν κι απόειδαν και  την πήγαν στο νοσοκομείο! Εκεί γιατροί και γιάτρισσες ώρες πολλές πάλευαν  να κάνουν κάτι για να την σώσουν. Πάει κι ο σπιτονοικοκύρης της να τη δει, να της μιλήσει. Τον βλέπει εκείνη και με  ψιθυριστή φωνή και με την λίγη δύναμη που της είχε απομείνει του είπε:
-«Με σκότωσε αυτός που μου έδωσε ευτυχία» και αμέσως μετά η ξεψύχησε!

Το είπε ο νοικοκύρης δεξιά κι αριστερά, το άκουσαν οι γείτονες κι οι γειτόνισσες, το άκουσε κι ένας αστυνομικός!
Η αστυνομία άρχισε να ψάχνει για το ποιος σκότωσε την γριά Αρχόντισσα. Ρωτούσε εδώ, ρωτούσε εκεί, ο καθένας έλεγε το μακρύ και το κοντό του! Οι γειτόνισσες όμως, ήξεραν πως ο τελευταίος άνθρωπος που έκανε την χαροκαμένη μάνα  να  χαρεί και  γελάσει ήταν η κόρη της η ξενοπαντρεμένη, η Αρετή!  Άρχισαν οι ανακρίσεις , τους ρώτησαν όλους, ρώτησαν και τις γειτόνισσες. Μαρτύρησαν κι αυτές πως είδαν την Αρετή να μπαίνει στο σπίτι της μάνας της και πως μετά  έφυγε βιαστικά .
Γιατί  να φύγει έτσι βιαστικά και να μη ξαναγυρίσει ποτέ μετά  να δει την μάνα της; σκέφτηκε ο αστυνόμος  και διέταξε να παν να πουν στον αστυνόμο της ξενιτιάς να  πιάσει  την Αρετή και να την κλείσει στη φυλακή.



Η Αρετή φώναζε και ζητούσε να βρουν τον Κωσταντή για να τους πει την αλήθεια. Ο αστυνομικός έψαχνε, έψαχνε αλλά πουθενά δε βρέθηκε κανένας Κωνσταντής. Τότε η Αρετή ζήτησε να βρούνε όλους αυτούς που τους είχαν δει στο δρόμο. Ξανάρχισε να ψάχνει ο αστυνομικός, αλλά όλοι είπαν ότι είδαν μόνο μια ξανθιά κοπέλα όμορφη σαν νεράιδα να περπατάει και να μιλάει μόνη της. Η Αρετή πια απελπίστηκε, άρχισε να πιστεύει ότι θα  περάσει όλη της τη ζωή στη φυλακή μόνη.

Ο μόνος άνθρωπος που επισκεπτόταν την Αρετή στη φυλακή ήταν ο δύστυχος  ο άντρας της, που πλέον είχε μείνει και εκείνος μόνος! Κάθε μέρα πήγαινε και την έβλεπε! Στην αρχή της ζητούσε εξηγήσεις , σαν να μην ήξερε ότι δεν έφταιγε η Αρετή! Σαν να μην ήξερε  πως εκείνη ήταν στη φυλακή για το σφάλμα κάποιου  άλλου. Μετά από λίγο καιρό κι αυτός κουράστηκε και βαρέθηκε. Πήγαινε και την έβλεπε πού και πού. Πέρναγαν οι μέρες και οι νύχτες  και η Αρετή έκλαιγε, έκλαιγε και ξαναέκλαιγε. Μες στο παράπονό της ξεχώριζαν  τα λόγια : «εσείς φταίτε»
Μια μέρα( ή νύχτα;  δεν έχει σημασία ) που η Αρετή καθόταν στο κελί της  ήρθαν και της είπαν ότι έχει επισκέψεις. Σηκώθηκε κι αυτή γεμάτη χαρά να πάει να δει τον άντρα της . Δεν περίμενε και κανέναν άλλον ! Έφτιαξε  μάλιστα λίγο τα μαλλιά της, μη τη δει σε τέτοιο χάλι! Όμως εκεί την περίμενε η οικογένειά της!
Πρώτη-πρώτη ήταν η μάνα της και από πίσω της…  Η Αρετή άρχισε να μετράει:  Ένας, δύο, τρεις…, ναι, ήταν και τα εννιά αδέρφια της εκεί! Η γριά Αρχόντισσα πήγε να αγκαλιάσει την μονάκριβη κορούλα της… Η Αρετή δεν την άφησε, άρχισε να φωνάζει:
«-Εσείς φταίτε που είμαι εδώ μέσα!  Με παντρέψατε   βιαστικά στα ξένα ! Τόσα χρόνια ούτε που νοιαστήκατε για το πώς περνάω, για τον αν είμαι καλά, για το αν ζω, η αν πέθανα. Δεν θέλω να σας βλέπω!
 -Εσύ Κωνσταντή που ήσουν όταν έστειλα να σε ψάξουνε; Θέλω να φύγετε, να φύγετε και να μην ξαναέρθετε να με δείτε.»

Η όμορφη αρχοντοπούλα, άρχισε να κλαίει να φωνάζει με όλη της τη δύναμη. Οι φωνές της ήταν τόσο δυνατές που έφταναν ως την άλλη άκρη της φυλακής. Με τις φωνές, λένε, οι μικρές νεράιδες που ήταν κρυμμένες στα μαλλιά της φοβήθηκαν και έφυγαν από κοντά της και η αρχοντοπούλα άρχισε να χάνει όλη την ομορφιά της. Τότε ένα μαύρο σύννεφο  σκέπασε τη φυλακή, μαζί με τους φύλακες και τους φυλακισμένους.  Εκείνο τον τόπο, δεν τον είδε κανένας ποτέ ξανά σε κανένα παραμύθι. Σε καμιά ιστορία. Κανένας!
Ούτε κι άντρας της Αρετής! Γιατί αυτός έζησε καλά, κι εμείς ακόμα καλύτερα.


 Λευτέρης



2.
«Ο θησαυρός της Αρετής»

 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα πικραμένο αρχοντόπουλο. Γύριζε από τόπο σε τόπο,  καβάλα στο άλογό του με περιουσία του ένα μπαούλο. . Δεν τον χωρούσε κανένα χωριό και καμιά πόλη. Έψαχνε να βρει τον τόπο που τον σκέπαζε ένα μαύρο σύννεφο κι όλο ρωτούσε γι αυτόν! Είχε χάσει την Αρετή του, μέσα εκεί κι έψαχνε να τη βρει. Μετά από χρόνια, βρέθηκε στην Ονειρούπολη! Ρώτησε όλους τους ανθρώπους μήπως και ξέρουν για το μαύρο σύννεφο, ρώτησε και τη βασίλισσα. Εκείνη όμως ήταν μάγισσα κι αντί για απάντηση του έδωσε να μυρίσει το μαγικό βοτάνι της λησμονιάς. Έτσι το αρχοντόπουλο ξέχασε τους δρόμους και την Αρετή του και παντρεύτηκε τη βασίλισσα. Ζούσαν μαζί στο ολόχρυσο κάστρο τους που ήταν στην άκρη της Ονειρούπολης, στο πιο ψηλό σημείο και έκαναν μαζί εννιά κόρες. Το κάστρο αυτό, είχε όμορφες μικρές νεράιδες, σαν την Αρετή, που όποιον άγγιζαν τον γέμιζαν χαρά. Η βασίλισσα τις οκτώ μεγαλύτερες κόρες της, τις είχε με όλα τους τα καλά, εκτός από την πιο μικρή. Γιατί βλέπετε ο άντρας της και πλέον βασιλιάς, επέμενε να την βγάλουν Αρετή. Την μικρή Αρετούλα λοιπόν η βασίλισσα δεν την υπολόγιζε, γιατί, σαν μάγισσα που ήταν, ήξερε καλά όλη την ιστορία με την Αρετή και το αρχοντόπουλο.

Οι εννέα κόρες, έπαιζαν μια μέρα στην αυλή, όταν είδαν ένα μικρό αγόρι να περνάει έξω από το κάστρο. Το παιδάκι αυτό φαινόταν πεινασμένο, τα ρούχα του ήταν σκισμένα και τα παιδιά του χωριού το κορόιδευαν. Άρχισαν να το περιγελούν κι οκτώ αδερφές της Αρετούλας. Η Αρετούλα όμως λυπήθηκε το αγοράκι και το πήρε μέσα στο κάστρο. Κατέβηκαν μαζί στην κουζίνα και του έδωσε να φάει. Το μικρό αγόρι άρχισε να τρώει αλλά δε μιλούσε καθόλου. Δεν έλεγε τίποτα γιατί ντρεπόταν. Κάποια στιγμή η Αρετούλα έσπασε τη σιωπή.

-Πως σε λένε;
-Κωνσταντή.
-Εμένα με φωνάζουν Αρετούλα. Θες να παίξουμε;
-Ναι, Θέλω.

Τα παιδιά βγήκαν έξω και άρχιζαν να παίζουν ό,τι παιχνίδια μπορείτε να φανταστείτε. Μέχρι που άρχισε να σκοτεινιάζει και η νύχτα άρχισε να πέφτει γλυκά. Τότε η βασίλισσα γύριζε από τον περίπατό της και είδε τον μικρό Κωνσταντή.
- Ένα ξένο παιδί με βρώμικα ρούχα μέσα στο κάστρο; Άρχισε να φωνάζει και να μαλώνει την  Αρετούλα. Θύμωσε τόσο πολύ που διάταξε να διώξουν τον Κωνσταντή και να κλειδώσουν την Αρετούλα στην σοφίτα, ολομόναχη.

Όταν έμαθε ο βασιλιάς τι έγινε πήγε μόνος του και έβγαλε την αγαπημένη κορούλα του από την σοφίτα. Φοβάμαι πολύ μόνη μου, του είπε εκείνη. Δεν θέλω να με αφήσεις μόνη ποτέ!
Το επόμενο πρωί, όμως, ο βασιλιάς έπρεπε να φύγει για ταξίδι. Θέλησε να πάρει μαζί του την Αρετούλα, αλλά η βασίλισσα δεν τον άφησε. Είπε ότι είναι πολύ μικρή για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Όταν έφυγε ο βασιλιάς η βασίλισσα ξαναέκλεισε στην σοφίτα τη μικρή και δεν την άφηνε να βγαίνει καθόλου έξω! Της έδινε να τρώει μόνο ψωμί να πίνει  λίγο νερό, και κάτι σκισμένα ρούχα να φοράει. Θα σε κάνω ολόιδια με το κακόμοιρο που κουβάλησες στο παλάτι μας, έλεγε η κακιά βασίλισσα στη μικρή Αρετή που έκλαιγε.
Ο βασιλιάς δεν είχε πει σε κανέναν ότι θα πήγαινε ξανά να ψάξει για  την Αρετή. Γι’  αυτό ήθελε να πάρει μαζί του και τη μικρή Αρετούλα .Είχε περάσει με τα χρόνια  η επίδραση απ’ το βοτάνι κι είχε αρχίσει να θυμάται σιγά σιγά. Έβαλε ανθρώπους και έμαθαν πού ήταν το μαύρο σύννεφο. Πήγε και το βρήκε.  Ήταν μαύρο και τόσο παχύ που δεν άφηνε κανέναν να περάσει. Ο βασιλιάς άρχισε να φωνάζει την Αρετή, δυνατά, όσο πιο δυνατά μπορούσε, για να τον ακούσει. Ζητούσε συγγνώμη, γιατί ήθελε να διώξει τις τύψεις που τον βασάνιζαν.  Ήξερε καλά ότι αυτός έφταιγε που την Αρετή του την τύλιξε το μαύρο νέφος  .

Πίσω στο κάστρο τα πράγματα για την Αρετούλα ήταν πολύ άσχημα. Η βασίλισσα δεν την άφηνε να βγει καθόλου από τη σοφίτα. Έτσι η μικρή, αφού στέρεψαν τα δάκρυα στα μάτια της και δεν είχε άλλα σκέφτηκε να στολίσει τη σοφίτα σα δικό της σπιτάκι , μέχρι να γυρίσει ο πατέρας της. Έφτιαξε το δικό της σαλονάκι, με ένα σπασμένο καναπέ, ένα τραπεζάκι μισοφαγωμένο από τα χρόνια και μια μικρή λάμπα. Η κάμαρή της  ήταν φτιαγμένη από χαρτόκουτα. Βρήκε και μια κουβερτούλα τρύπια από τον σκόρο και ένα τραπεζάκι. Βρήκε κι ένα μπαούλο και το έβαλε κι αυτό σε μια γωνιά.

 

Αφού ξεκουράστηκε για λίγο, άνοιξε το μπαούλο, γιατί ήταν περίεργη να δει τι έχει μέσα. Με το που το άνοιξε, όλη η σοφίτα φωτίστηκε από χιλιάδες χρυσαφικά . Ήταν όλα τα χρυσαφικά της Αρετής! Η μικρή γεμάτη χαρά άρχισε να τα φοράει και να παίζει μαζί τους. Σε μια στιγμή , στον πάτο του μπαούλου, ανακάλυψε ένα γράμμα. Δεν μπορούσε όμως  να το διαβάσει. Ήταν πολύ μικρή και δεν ήξερε γράμματα!
Εκείνη τη στιγμή άκουσε κάποιον να ανεβαίνει στην σοφίτα. Αμέσως έκρυψε το γράμμα κάτω από τα χαρτόκουτα που κοιμόταν, μάζεψε τα χρυσαφικά στο μπαούλο και άρχισε πάλι να κλαίει.

Η πόρτα της σοφίτας, άρχισε να ανοίγει σιγά-σιγά και μπήκε μέσα μια όμορφη κοπέλα, που την περιτριγύριζαν  χρυσαφένιες νεράιδες.



-Ποια είσαι, ρώτησε η Αρετούλα
-Μια καλή σου φίλη, Αρετή με λένε, είπε τότε η όμορφη κοπέλα.
-Και μένα, απάντησε τότε η μικρή Αρετούλα.
-Το ξέρω, γι αυτό είμαι εδώ. Αυτά τα χρυσαφικά που βρήκες στο μπαούλο είναι δικά μου.
-Ήρθες να τα πάρεις.
-Όχι, ήρθα να σου τα δώσω. Με το γράμμα που έκρυψες κάτω από τα χαρτόκουτα θα μπορέσεις να αποκαλύψεις την αλήθεια.
-Μα δε ξέρω να διαβάζω.
-Όταν έρθει εκείνη η ώρα, θα ξέρεις να διαβάζεις μικρή μου. Μόνον μην αποκαλύψεις σε κανέναν το μυστικό μας. Είπε η Αρετή και άρχισε να εξαφανίζεται μέσα από ένα ουράνιο τόξο.



Τότε έγινε κάτι μαγικό, το τεράστιο μαύρο σύννεφο, άρχισε να διαλύεται, και στη θέση του ένα τεράστιο ουράνιο τόξο ξεκίνησε από εκείνο το σημείο και έφτασε μέχρι τη σοφίτα του κάστρου, στην ονειρούπολη.Ο βασιλιάς έτριψε και ξανάτριψε τα μάτια του. Δεν είδε όμως τίποτε να υπάρχει εκεί που διαλύθηκε το σύννεφο, παρά μόνον μοσχοβολούσε ένα υπέροχο άρωμα που όμοιό του δεν είχε μυρίσει κανείς  μέχρι τότε
Εν τω μεταξύ, όσο καιρό έλειπε ο βασιλιάς , ο μικρός Κωνσταντής κάθε πρωί πήγαινε στο κάστρο και ζητούσε να τον αφήσουν να παίξει με την Αρετούλα. Η βασίλισσα όμως δεν άφηνε και έβαζε τους υπηρέτες της να τον διώχνουν. Επάνω στην σοφίτα η Αρετούλα είχε μάθει να ζει μόνη της. Από ένα σημείο και μετά το ουράνιο τόξο που δεν έσβηνε ποτέ από εκεί της κρατούσε συντροφιά. Όμως  κάποια στιγμή αποφάσισε ότι δεν ήθελε να μείνει στη σοφίτα για όλη της την ζωή. Τότε έριξε ένα σκοινί από το παράθυρο και κατέβηκε κάτω. Το μόνο που είχε πάρει μαζί της ήταν εκείνο το γράμμα που είχε βρει μέσα στο μπαούλο της Αρετής. Απομακρύνθηκε από το κάστρο, και έπεσε κατά καλή της τύχη  πάνω στον μικρό Κωνσταντή. Τα δυο παιδιά άρχισαν να περπατάνε μαζί. Δρόμο παίρναν, δρόμο αφήναν, για να φύγουν όσο πιο μακριά μπορούσαν από την  Ονειρούπολη.

Ο βασιλιάς κάποια στιγμή γύρισε στο κάστρο του ακολουθώντας το ουράνιο τόξο. Όμως βρήκε την Ονειρούπολη πολύ διαφορετική. Από τη μέρα που έφυγε η Αρετούλα όλα τα λουλούδια είχαν μαραθεί και οι όμορφες νεράιδες της χαράς είχαν εξαφανιστεί από το κάστρο. Ρώτησε που είναι η μικρή Αρετή και του είπαν πως χάθηκε. Τότε το ουράνιο τόξο έσβησε με μιας  και το μαύρο σύννεφο άρχισε να καλύπτει τον τόπο. Φοβισμένοι όλοι άρχισαν να φεύγουν από το κάστρο και την πόλη κι ο μόνος που έμεινε ήταν ο βασιλιάς που έψαχνε μέσα στο πηχτό σύννεφο να βρει τη σοφίτα, το θησαυρό του, την Αρετή. Κι αυτοί που έφυγαν πέρασαν καλά, ο βασιλιάς ψάχνει ακόμα κι εμείς εδώ , περνάμε καλύτερα.



 Λευτέρης




3.
«Η αλήθεια της Αρετής»



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ζευγάρι ευτυχισμένο, ο Κωνσταντής και η Αρετή. Ζούσαν αγαπημένοι σε ένα όμορφο σπίτι στην άκρη ενός χωριού. Ο Κωνσταντής είχε ορκιστεί στην Αρετή πως κοντά του θα είναι πάντα ευτυχισμένη. Και δεν πατούσε τον όρκο του. Είχαν όλα τα καλά  κι έκαναν πολλά παιδιά.  Ναι, αλλά η οικογένεια μεγάλωνε και το σπίτι τους ήταν μικρό. Έτσι αποφάσισαν να πάνε σε ένα μεγαλύτερο.
Τότε ο Κωνσταντής πήγε και βρήκε ένα μεγάλο, σαν παλάτι .Γιατί η Αρετή, παλιά, ήταν βασιλοπούλα, σε μια χώρα μακρινή, την Ονειρούπολη,  και είχε συνηθίσει να ζει σε παλάτια. Όμως, δε δίστασε να τα αφήσει όλα και να φύγει μια νύχτα γιατί δεν ήθελε να ζει χωρίς αγάπη και καλοσύνη. Αυτό  όμως είναι μια άλλη ιστορία. Καθώς λοιπόν μάζευαν τα πράγματά τους για να πάνε στο καινούργιο τους σπίτι, βρήκε η Αρετή ανάμεσα σε ξεχασμένα αντικείμενα, το μόνο πράγμα που είχε πάρει φεύγοντας από το παλάτι των γονιών της, εκείνη τη νύχτα. Βρήκε το γράμμα που είχε ξεθάψει από το μπαούλο με τα χρυσαφικά, στη σοφίτα του παλατιού. Τότε ήταν μικρή και δεν ήξερε να διαβάζει. Τώρα όμως είχε έρθει η ώρα να ανακαλύψει μέσα στις γραμμές του την αλήθεια που της είχε τάξει μια πανέμορφη νεράιδα.


Πώς τόκανα εγώ αυτό;
Η Αρετή μου θα χαθεί
αν μάθει την αλήθεια!
Αλλά μου είπε ψέματα
ο Κωνσταντής είναι νεκρός
δε λέω παραμύθια!
Η Αρετή στη φυλακή
για κρίμα που δεν έκανε
στη θέση τη δική μου
Κι εγώ να ψάχνω για να βρω
πώς έφυγε στα σκοτεινά
στ΄άτι του Κωνσταντίνου
Γυρεύοντας την Αρετή
μέσα στο μαύρο σύννεφο
όπως στα παραμύθια
Ψάχνω να βρω το λυτρωμό
για το μεγάλο το κακό
που μου τρυπάει τα στήθια



Η Αρετή κατάλαβε ότι πρόκειται για ένα σημείωμα που ανήκει στον πατέρα της, το βασιλιά.  Κατάλαβε πως κρύβει ένα φοβερό μυστικό, για ένα μεγάλο κακό που έκανε ο πατέρας της. Θυμήθηκε την αγάπη που της είχε, θυμήθηκε το θλιμμένο βλέμμα του και την αγωνία του να ταξιδέψει να βρει την Αρετή.
Χωρίς να είναι σίγουρη για αυτό που θα έκανε, αποφάσισε να πάει να βρει τον πατέρα της. Το είπε στον Κωνσταντή και συμφώνησε κι εκείνος. Δρόμους πολλούς άλλαξαν, πέρασαν βουνά, ποτάμια, δάση, πολιτείες και χωριά κι από μακριά τότε φάνηκε ένα μαύρο σύννεφο. Εκεί θα είναι η Ονειρούπολη είπαν κι οι δύο. Κάποια στιγμή αχνά φάνηκε το κάστρο, που έμενε η Αρετή μικρή. Μόλις πλησίασε  οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα μπροστά της.  Μπήκε μέσα κι άρχισε να ψάχνει σε κάθε δωμάτιο. Βρήκε τον πατέρα της, να κάθεται ολομόναχος στο θρόνο του,  με το ίδιο θλιμμένο βλέμμα.
-Ψάχνεις ακόμα τη Αρετή πατέρα; Τον ρώτησε. Να ‘ μαι, με έφερε ο Κωνσταντής.
Το πρόσωπό του έλαμψε από χαρά, την αγκάλιασε, τη φίλησε και άρχισε να κλαίει στην αγκαλιά της.

Την Αρετή κι αν έχασα
τώρα ξανά τη βρήκα
γιατί με φως πλημμύρισε
η πλάση και με γλύκα

απάντησε μέσα στα αναφιλητά του. Η Αρετή σκούπισε τα μάτια της από τα δάκρυα και πρόσεξε πως το σκοτεινό παλάτι άρχισε σιγά σιγά να φωτίζεται. Είδε τις σκάλες που οδηγούσαν στη σοφίτα. Έτρεξε επάνω. Εκεί ήταν όλα όπως τα είχε αφήσει. Άνοιξε το μπαούλο με τα χρυσαφικά της Αρετής και ξαναέβαλε το γράμμα μέσα. Τότε είδε τις ακτίνες του ήλιου να μπαίνουν από το φεγγίτη και να λαμπυρίζει με χίλια χρώματα ο θησαυρός της Αρετής.