Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Ο γάμος της Αρετής

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα όμορφο παλικάρι που ζούσε μοναχό του, σε ένα σπίτι στην άκρη ενός χωριού. Το παλικάρι ήταν φτωχό και δούλευε στα κτήματα μιας πλούσιας οικογένειας. Στα χωράφια της Αρχόντισσας, που είχε εννιά γιους και μια πεντάμορφη κόρη, την Αρετή. Είχε σχεδόν μεγαλώσει μαζί με τα αρχοντόπουλα. Μαζί έπαιζαν , μαζί έτρεχαν, μαζί κολυμπούσαν στο ποτάμι. Μα πιο πολύ απ΄ όλα τα παιδιά της Αρχόντισσας το παλικάρι αγαπούσε τον πρωτότοκο, τον Κωνσταντή , που ήταν ο καλύτερός του φίλος, και την μικρή την αρχοντοπούλα. Την Αρετή το παλικάρι την αγάπησε τόσο που ήθελε να την πάρει γυναίκα του. Το είπε και  στον Κωνσταντή κι εκείνος ορκίστηκε να του τη δώσει. Όμως δίσεκτα χρόνια έφεραν θανατικό κι ο Κωνσταντίνος πέθανε και πήρε τον όρκο μυστικό στον τάφο του. Προξενητάδες από πολύ μακριά ήρθαν και γύρεψαν την Αρετή για λογαριασμό ενός πλούσιου άρχοντα.

Τόμαθε το παλικάρι κι έπεσε, να πεθάνει από τη στενοχώρια του. Κλείστηκε στο σπίτι του και ούτε έτρωγε, ούτε έπινε.  Έκλαιγε, χτυπιόταν, γρήγορα όμως κατάλαβε ότι έπρεπε να το πάρει απόφαση. Βάλθηκε τότε να πείσει τον εαυτό του πως την Αρετή δεν θα μπορούσε ποτέ να την έχει δική του . Σκεφτόταν ότι κάποιες φορές η ζωή παίζει παιχνίδια  που πρέπει να τα αντέξουμε , γιατί δεν υπάρχει άλλη λύση. Βέβαια ήξερε ότι η καρδιά του δεν θα σταματούσε ποτέ να χτυπάει γι’ αυτήν.
 Δεν την κατηγορούσε που έφευγε για την ξενιτιά, παραπάνω τα έβαζε  με τον εαυτό του που την άφηνε τόσο εύκολα να πέσει στην αγκαλιά ενός άλλου. Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Εκείνος ήταν πολύ πλούσιος κι αυτός τόσο φτωχός.
 Οι ώρες και οι μέρες περνούσαν . Πλησίαζε η  μέρα που θα ήταν  η χειρότερη της ζωής του. Την επομένη   η Αρετή και επίσημα θα ήταν παντρεμένη.
Τότε το παλικάρι αποφάσισε να βγει από το σπίτι του και να κάνει μια βόλτα στο χωριό , να πάρει καθαρό αέρα. Εκεί που περπατούσε είδε πολύ κόσμο μαζεμένο.  Ανάμεσά τους ήταν και η μάνα της Αρετής. Πλησίασε για να ακούσει τι έλεγαν. Το μετάνιωσε όμως  πικρά γιατί εκείνη παίνευε το γαμπρό της που ήταν πλούσιος και θα έκανε την κόρη της κυρά και βασίλισσα.
-Χίλιες φορές , σκέφτηκε, να μην έβγαινα από το καβούκι μου!
 Πάντα όμως μια λύπη στη ζωή τη συνοδεύει μια χαρά. Έτσι, όταν γύρισε στο σπίτι του για να κλειστεί ξανά σ’ αυτό,  είδε κάτι που τον  έκανε πολύ χαρούμενο. Έξω απ΄ τα σκαλοπάτια του τον περίμενε η Αρετή! Χάρηκε τόσο πολύ που την είδε!
-Λίγο ακόμα και θα έφευγα του είπε. Θέλω να σου πω τι μου συνέβη.
 Το βλέμμα της ήταν περίεργο και δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν καλό αυτό ή κακό αυτό που θα του έλεγε. Τον κοίταξε στα μάτια και του είπε πως είδε τον Κωνσταντή! Ζωντανό! Το παλικάρι τα έχασε και δεν ήξερε τι να πει. Βάλθηκε να της εξηγεί πως  αποκλείεται να έχει δει  τον Κωνσταντή, αφού το ξέρουν καλά ότι είναι πεθαμένος. Εκείνη πικράθηκε που δεν την πίστευε, αυτός, ο καλύτερός του φίλος Επέμενε όμως πως ο Κωνσταντής ήρθε στο σπίτι και τη συνάντησε πριν δυο βράδια, μια στιγμή που ήταν μόνη της. Του είπε πως της χτύπησε την πόρτα κι όταν άνοιξε τον είδε. Ήταν τόσο αληθινός. Της μίλησε και της είπε πως κι ας λείπει καιρό, πάντα την  προσέχει και  ξέρει καθετί που συμβαίνει. Της είπε πως αν θέλει να παντρευτεί τον ξένο να το κάνει. Κι αν τελικά το αποφασίσει της ευχήθηκε να είναι ευτυχισμένη και χαρούμενη με τον άντρα της. Αλλά. είπε πως δεν θα μπορέσει  ο ίδιος να έρθει στο γάμο, γιατί όταν ήταν μικρός είχε δώσει όρκο ότι θα τη δώσει σε άλλον για γυναίκα του!
 Αυτά είπε η Αρετή κι έφυγε. Το παλικάρι δεν τόλμησε να μιλήσει . Θαρρείς κι είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Όλη την υπόλοιπη μέρα αλλά και τη νύχτα δεν κοιμήθηκε ούτε στιγμή. Σαν ξημέρωσε άκουσε δυνατές φωνές και ουρλιαχτά. Τρόμαξε, πετάχτηκε αμέσως και βγήκε να δει τι έγινε. Είδε τη μάνα της Αρετής να κλαίει  και φοβήθηκε. Πλησίασε και έμαθε πως η Αρετή βρέθηκε νεκρή τα χαράματα , την ημέρα του γάμου της.  Έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του,  έπεσε στο χώμα και έκλαιγε κι αυτός. Πώς, ποιος και γιατί να τη σκοτώσει ; 


Η  Αρετή του ήταν νεκρή! Δεν άντεξε άλλο, ξεκίνησε να πάει στο σπίτι του να θρηνήσει την Αρετή μόνος του. Μπήκε στην αυλή του κι άρχισε να κλαίει  με μαύρο δάκρυ. Μετά του ήρθε στο μυαλό η κουβέντα που είχε με την Αρετή για τον Κωνσταντή, τον αδελφό της. Ήταν πολύ μπερδεμένος ,δεν ήξερε αν έπρεπε να βγει και να πει όσα του είπε η Αρετή. Το απόγευμα τον βρήκε αμίλητο, κάτω από το μεγάλο δέντρο, να ψάχνει  ακόμα για  απαντήσεις.
Σε μια στιγμή ένιωσε  κάποιον να τον αγγίζει στον ώμο. Γύρισε το κεφάλι του και είδε την Αρετή με ένα κάτασπρο φόρεμα. Φορούσε νυφική κορδέλα στα μαλλιά και ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη. Μόλις την είδε την αγκάλιασε και της χάιδεψε το πρόσωπο. Εκείνη έβγαλε την κορδέλα της και του την έδωσε στα χέρια.  Ήταν τόσο γλυκιά!. Πήγε το παλικάρι να μιλήσει αλλά η Αρετή τον  σταμάτησε και άρχισε να του μιλάει αυτή.
- Δεν θέλω σήμερα να πεις εσύ τίποτα, θα μιλήσω μόνο εγώ. Αν πεις έστω και μια κουβέντα εγώ θα χαθώ . Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που με αγαπάει πραγματικά και κανένας άλλος. Από μικρή κι εγώ σ’ αγαπώ . Το ήξερε κι ο Κωνσταντής, γι’  αυτό σου έδωσε τον όρκο. Δεν θα παντρευόμουν ποτέ κάποιον άλλο. Γι’ αυτό το λόγο σήμερα που ήταν ο γάμος μου πήρα φαρμάκι να πεθάνω. Μπορεί στη ζωή να μην ήμασταν μαζί όμως στο θάνατο δεν θα χωρίσουμε ποτέ.
Το επόμενο πρωί δυο χωρικοί βρήκαν το παλικάρι πεθαμένο στον κήπο του σπιτιού του. Το πρόσωπό του στόλιζε ένα χαμόγελο και στα χέρια του κρατούσε μια νυφική κορδέλα.  Δυο τρεις τον έκλαψαν, μετά κι αυτοί τον ξέχασαν κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα.
                                                                                                                              Σοφία

Η φυλακή της Αρετής


Σε μια χώρα μακρινή
Που κανείς δεν έχει δει
Κι ίσως να έχει πια σβηστεί
Γεννήθηκε μια φορά κι έναν καιρό μια κόρη πολύ όμορφη. Τόσο όμορφη κοπέλα,  κανείς ποτέ του δεν είχε αντικρίσει.  Ήταν η Αρετή, η κόρη της βασίλισσας και του βασιλιά που ζούσαν στο μεγάλο παλάτι στη μέση της πολιτείας. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα στην αρχή ήταν πολύ χαρούμενοι  κι ευτυχισμένοι με την πεντάμορφη κορούλα τους. Γρήγορα , όμως, άρχισαν να φοβούνται μήπως η Αρετή τους κινδυνεύει από την πολλή ομορφιά.
-         Αν περάσει κανείς και τη δει και την ερωτευτεί; Θα την πάρει και θα χάσουμε για πάντα την Αρετή μας, είπε μια μέρα η βασίλισσα.
-         Σου ορκίζομαι γυναίκα και βασίλισσά μου πως ότι κι αν γίνει, εγώ πάντα θα προστατεύω την Αρετή μας.
Απάντησε ο βασιλιάς και αμέσως διέταξε κι έχτισαν έναν πολύ ψηλό χρυσό πύργο και στην κορυφή του, στο τελευταίο χρυσό πάτωμα έκλεισαν την Αρετή, μακριά από τα μάτια των ανθρώπων.
Μεγάλωνε εκεί ψηλά, στο χρυσό κλουβί της η Αρετή. Μπορούσε να δει μόνο τα πουλιά που πετούσαν ανάμεσα στα σύννεφα το χειμώνα και δίπλα απ’ τον ήλιο το καλοκαίρι. Κάθε μέρα που περνούσε γινόταν όλο και πιο όμορφη.


-Πού πάνε τα πουλιά ; ρωτούσε τακτικά τον πατέρα της.
-Πάνε να πουν στα πέρατα του κόσμου πως είσαι η πιο όμορφη του κόσμου , της απαντούσε εκείνος.
Και περνούσαν οι μέρες, ίδια η μια με την άλλη. Πέρασαν δώδεκα χρόνια και μάτι ξένου ανθρώπου δεν είχε δει την Αρετή. Ούτε κι αυτή όμως είχε δει ποτέ της άλλον άνθρωπο, ούτε πώς ήταν ο κόσμος.
Μια μέρα έφτασε το κακό μαντάτο στο χρυσό πύργο, έφτασε και στη κορυφή του, στα διαμερίσματα της Αρετής. Πέθανε ο βασιλιάς! Η βασίλισσα ήταν απαρηγόρητη. Έκλαιγε και ξαναέκλαιγε και του τραγουδούσε λυπητερό τραγούδι. Του έλεγε για τη ζωή που άφησε, γι’ αυτήν που έμενε μόνη της και για την Αρετή τους που μέρα με τη μέρα γινόταν ακόμη ομορφότερη. Έκλαιγε και τραγουδούσε κι Αρετή μαζί της.
-Μη στενοχωριέσαι μάνα, κι εσύ έχεις εμένα, την παρηγορούσε συχνά η Αρετή. Εγώ δε θα σ’ αφήσω ποτέ.  Κι έγινε ο φύλακας άγγελος της μητέρας της.
Εν τω μεταξύ οι μέρες περνούσαν , τα χρόνια περνούσαν, οι εποχές άλλαζαν και τα πουλιά εξακολουθούσαν να πετάν πότε ανάμεσα στα σύννεφα και πότε δίπλα απ’ τον ήλιο.
-Πού πάνε τα πουλιά ; ρωτούσε τακτικά η Αρετή τη μάνα της.
-Πάνε στα πέρατα της γης, αυτού και του άλλου κόσμου, να βρουν τον πατέρα σου και να του πουν πόσο πιο όμορφη γίνεσαι μέρα με τη μέρα, της απαντούσε η μάνα της. 


Μια φορά, δυο φορές, άρχισε να το σκέφτεται η Αρετή.
-Γιατί να μην πάω μόνη μου να βρω τον πατέρα μου, να με δει και να χαρεί που μεγάλωσα κι έγινα ακόμη ομορφότερη;
Δεν τολμούσε όμως να το πει σε κανέναν. Είχε δώσει κι εκείνη την υπόσχεση στη μάνα της ότι δεν θα την αφήσει ποτέ.
Μια μέρα όμως το αποφάσισε. Θα φύγω, είπε. Δε θα λείψω πολύ, δεν θα την αφήσω τη μάνα μου. Μόνο να με δει ο πατέρας και θα γυρίσω. Και, καθώς κοιμόταν η βασίλισσα παίρνει από την τσέπη της την αρμάθα με τα χρυσά κλειδιά και ξεκλειδώνει όλες τις χρυσές πόρτες που την κρατούσαν φυλακισμένη.
Σαν βγήκε έξω σάστισε. Πόσα χρώματα υπάρχουν φώναξε! Δεν έχουν όλα τα πράγματα αυτό το απαίσιο χρυσό χρώμα όπως στο παλάτι μου! Αμέσως όμως θυμήθηκε ότι ήταν βιαστική κι ότι έπρεπε να πάει στα πέρατα αυτού και του άλλου κόσμου να βρει τον πατέρα της. Που να πάει, τι να κάνει όμως, που πρώτη φορά στη ζωή της έβλεπε τον κόσμο;
Θα του τραγουδήσω το τραγούδι μας, σκέφτηκε, και η φωνή μου θα πάει στα πέρατα αυτού και του άλλου κόσμου να τον βρει. Κι άρχισε να τραγουδάει. Ένα βοσκόπουλο που άκουσε το όμορφο τραγούδι έτρεξε να δει ποιος τραγουδάει. Είδε την Αρετή κι αμέσως θαμπώθηκε από την ομορφιά της.
-Τόσο όμορφη κοπέλα, γιατί τραγουδάς αυτό το λυπητερό τραγούδι; Τη ρώτησε.
-Για να με ακούσει ο πατέρας μου, από τα πέρατα αυτού και του άλλου κόσμου, του απάντησε, και να μάθει πως μεγάλωσα κι έγινα όμορφη κοπέλα.
-Ξανατραγούδα το μια φορά ακόμη, την παρακάλεσε το βοσκόπουλο. Μόνο μια φορά, του είπε η Αρετή, γιατί βιάζομαι. Άφησα τη μάνα μου μόνη, κι αν ξυπνήσει και δε με δει, θα τρελαθεί από την αγωνία της. Και ξανατραγούδησε.
-Μπα, δε θα σ’ ακούσει ο πατέρας σου, της είπε το βοσκόπουλο γιατί ο αέρας φυσάει δυνατά και σκορπάει τη φωνή σου. Καλύτερα να πάμε στην πηγή, να καθρεφτιστείς μες τα νερά της κι αυτά να πάρουν την εικόνα σου και να του την πάνε στα πέρατα αυτού και του άλλου κόσμου. Θα σε δει και θα σε καμαρώσει. Κι εσύ θα γυρίσεις γρήγορα στη μάνα σου , πριν ξυπνήσει και δε σε δει και τρομάξει.
Μια και δυο έφτασαν στην πηγή.
-Τα νερά της είναι πιο όμορφα απ’ τους χρυσούς καθρέφτες μου! Φώναξε η Αρετή κι έσκυψε για να δει καλύτερα το πρόσωπο της. Και πριν προλάβει να της πει το βοσκόπουλο πρόσεχε, ούτε να της πιάσει το χέρι, μπλουμ! Η πεντάμορφη βασιλοπούλα έπεσε μέσα στο νερό.
Τι να κάνει και το βοσκόπουλο, πήδηξε κι αυτό μέσα να τη σώσει.
Μα αυτή η πηγή ήταν μαγική και τα νερά της έκρυβαν έναν άλλο κόσμο. Έναν κόσμο περίεργο, που ξεχνά κανείς ποιος είναι, που πάει και τι κάνει. Πιάστηκαν απ’ το χέρι τα δυο παιδιά κι άρχισαν να περπατούν στο δρόμο του. Όχι μόνο η Αρετή που δεν ήξερε απ’ τον κόσμο, αλλά και το βοσκόπουλο θαύμαζαν γύρω τους το κάθετι. Σε μια στιγμή, εκεί που πήγαιναν ο δρόμος χωριζόταν στα δυο. Διάλεξε δρόμο του είπε η Αρετή. Να πάρεις εσύ τον έναν κι εγώ τον άλλον και μετά ξανανταμώνουμε και λέει ο ένας στον άλλο τι γνώρισε και θαύμασε.
Πήρε το βοσκόπουλο το δρόμο του, τράβηξε κι Αρετή το δικό της. Ένα βήμα, δυο , τρία κι Αρετή βρέθηκε στο απόλυτο σκοτάδι. Έκανε να γυρίσει πίσω αλλά τίποτε! Αυτός ο δρόμος δεν είχε γυρισμό.
-Βοσκόπουλο. Βοσκόπουλο! Φώναξε. Αλλά ούτε η ίδια δεν άκουγε τη φωνή της.
Εν τω μεταξύ το βοσκόπουλο ήταν πιο τυχερό. Ο δρόμος που ακολούθησε ήταν φωτεινός. Περπάτησε, περπάτησε, είδε και γνώρισε πράγματα, δούλεψε κι απόκτησε πλούτη και χρυσάφια. Κάθε μέρα σκεφτόταν την Αρετή κι έλεγε πως κι αυτή θα περνάει καλά. Κι έστηνε το αυτί του μήπως ακούσει τα τραγούδι της να πάει να τη βρει.
Κι η Αρετή περπάταγε στα σκοτάδια. Σκόνταφτε σε μυτερές πέτρες κι έπεφτε και πληγωνόταν, σερνόταν πάνω στ΄ αγκάθια που τρύπαγαν το κορμί της.
Εν τω μεταξύ στο παλάτι η βασίλισσα είχε ξυπνήσει. Έψαξε για την Αρετή της, πουθενά! Είδε πως της έλειπαν τα κλειδιά και κατάλαβε.
-Δεν το είχαμε σκεφτεί καλά, άντρα μου και βασιλιά μου. Φώναξε. Φυλακίζεται ποτέ η Αρετή; Έστω και σε χρυσό παλάτι;
Κι άρχισε να τραγουδά ξανά το λυπητερό της τραγούδι. Αυτή τη φορά όμως έκλαιγε και για την Αρετή που έχασε και η φωνή της ήταν τόσο πονεμένη που τη λυπήθηκαν τα πουλιά που πετούσαν μέσα στα σύννεφα και δίπλα από τον ήλιο και την πήγαν στα πέρατα αυτού και του άλλου κόσμου και την άκουσε ο πεθαμένος βασιλιάς κι αναστέναξε βαθιά. Τόσο βαθιά που σείστηκε η γης και κουνήθηκε το χρυσαφένιο παλάτι και ταράχτηκαν τα νερά της πηγής και άστραψε στα σκοτάδια που ζούσε η Αρετή και με το φως της αστραπής είδε εκείνη το δρόμο του γυρισμού. Τον πήρε τραγουδώντας το λυπητερό της τραγούδι. Το άκουσε και το βοσκόπουλο που ζούσε μέσα στο φως και γύρισε πίσω να τη συναντήσει. 


Βρέθηκαν, αγκαλιάστηκαν κι έχοντας ο ένας τον άλλον πήραν το δρόμο πίσω και βγήκαν από την πηγή. Τράβηξαν ίσια για το χρυσό παλάτι. Ξεκλείδωσε η Αρετή με τα χρυσά κλειδιά της όλες τις χρυσές πόρτες κι έφτασαν στο πιο ψηλό πάτωμα. Εκεί άκουσαν τα βασίλισσα να τραγουδάει το λυπητερό της τραγούδι.
-Φτάνουν πια τα λυπητερά τραγούδια, είπε το βοσκόπουλο. Δώσε βασίλισσα την ευχή σου νάχουμε γάμους και χαρές. Η Αρετή σου γύρισε και δεν έχει λόγο να φύγει πια.
Κι έγιναν οι γάμοι, κι αντήχησε από χαρούμενα τραγούδια το χρυσό παλάτι. Και τα πουλιά  που πετούσαν μέσα στα σύννεφα και δίπλα από τον ήλιο τα ταξίδεψαν μέχρι τα πέρατα αυτού και του άλλου κόσμου και τα άκουσε ο βασιλιάς κι ησύχασε.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα.

Ιφιγένεια
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget