Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Τα παραμύθια της ...ντουλάπας





Είπαμε να πειραματιστούμε να σκαρώσουμε παραμύθια από το τίποτε! Από κάτι που δεν έχει σχέση με παραμύθι, από μια ντουλάπα, πέταξε κάποιος.
Στοίχημα και πείσμα μαζί και αρχίσαμε να δημιουργούμε "τα παραμύθια της ντουλάπας". Δώσαμε κλότσο στην ανέμη, γράψαμε, σβήσαμε , ξαναγράψαμε, ξανασβήσαμε και καταλάβαμε πως μια ντουλάπα, είτε είναι παλιά, είτε σπασμένη, είτε χρυσή, είτε πολύχρωμη, κρύβει πολλά παραμύθια κι όχι μόνο αυτά που εμείς γράψαμε.
Στολίσαμε τα παραμύθια μας με εισαγωγικά παραμυθοτράγουδα. έτσι,  για να μπουν τα παραμύθια μας πιο εύκολα στο στόμα του αφηγητή και να κρατάν τον ακροατή μαγεμένο, μέχρι και το "έζησαν αυτοί καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα"!


Fantasy Myspace Comments


Ο Παραμυθάς κι ο δράκος.


Ο Παραμυθάς κι ο δράκος.

Να σας πω για μια κοπέλα
Ή μήπως για ένα παλάτι
Να σας πω για μια κουνέλα
Ή για του αλλουνού το μάτι;

Βρήκα, τελικά το βρήκα!
Θα σας πω για μια βαρέλα
που τη στόλιζε κορδέλα,
που μια φορά στα μέσα Μάρτη
τη γεμίσανε μ’ αλάτι.

Ξέρω, δεν σας ενδιαφέρει
Κι απορία θα σας φέρει!
Παραμύθι θα ιστορήσω
Τη ζωή να σας στολίσω

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια μακρινή χώρα ο Παραμυθάς, ένας μικρός που σκάρωνε στο πι και φι παραμύθια. Μόνο, που τώρα τελευταία ήταν πολύ στενοχωρημένος γιατί  είχε ξεμείνει εντελώς από ιδέες. Μόλις πήγαινε να φτιάξει ένα παραμύθι καταλάβαινε ότι το είχε ήδη πει. Έτσι μια μέρα, που η δασκάλα στο σχολείο έβαλε σε όλα τα παιδιά να γράψουν από ένα παραμύθι, αυτός πήγε να πεθάνει από τη στενοχώρια του.


-Εγώ, ο Παραμυθάς και να μη μπορώ να σκαρώσω ούτε ένα παραμύθι, ψιθύρισε απελπισμένος. Τότε άκουσε μια φωνούλα
- Παραμυθά,  έλα κοντά μου! Γύρισε το κεφάλι του δεξιά, το γύρισε αριστερά, αλλά τίποτε. Τα άλλα παιδιά έγραφαν το παραμύθι τους. Η φωνούλα όμως ξανακούστηκε:
-Έλα Παραμυθά και δε θα χάσεις.
- Και τι έχω να χάσω; Αναρωτήθηκε κι αυτός. Μήπως έχω κάτι να γράψω; Σηκώθηκε από τη θέση του και βγήκε έξω, μήπως και ακούσει καθαρότερα.
-Έλα κάτω, στην παλιά αποθήκη, ξανακούστηκε η φωνή, πιο δυνατά. Κατέβηκε τότε τα σκαλιά και μπήκε στην μικρή αποθήκη του σχολείου.
-Έλα Παραμυθά , σε χρειαζόμαστε, ξανακούστηκε η φωνή. Έβγαινε από μια παλιά θαλασσί ντουλάπα. Χωρίς να χάσει χρόνο ο Παραμυθάς άνοιξε τη ντουλάπα και με μιας βρέθηκε να κατρακυλά σε ένα σκοτεινό γκρεμό. Μαζί του έπεφταν βιβλία, μπάλες, ρολόγια, μολύβια κι όλα τα παλιά πράγματα που είχε η αποθήκη του σχολείου. Σε μια στιγμή προσγειώθηκε σε ένα απαλό στρώμα από χορτάρι. Κοίταξε γύρω του.
-Τι υπέροχο μέρος! Τεράστια παράξενα δέντρα, περίεργα φυτά,  πολύχρωμα  ευωδιαστά λουλούδια και παντού μουσικές από κελαϊδίσματα πουλιών. Τι όμορφος τόπος, σαν τα παραμύθια είπε ο Παραμυθάς που ένιωθε σαν στο σπίτι του.
-Σε ευχαριστούμε που ήρθες στην Παραμυθούπολη, άκουσε όχι μία αλλά πέντε φωνές σαν αυτή που τον καλούσε. Γύρισε το κεφάλι του και είδε πέντε παιδιά.
-Εγώ είμαι ο Άνθος, είπε το πρώτο παιδί. Ασχολούμαι με τα φυτά, αλλά δεν μου αρέσει να με λένε …φυτό! Καλώς ήρθες Παραμυθά .
-Καλώς ήρθες μικρέ μας σωτήρα! Εγώ είμαι ο Φώτος, που αγαπώ το φως και τη φωτιά
-Κι εγώ ο Πείρος, που μου αρέσουν τα πειράματα, συστήθηκαν δύο αγόρια που έμοιαζαν μεταξύ τους σαν δυο σταγόνες νερό.
-Κι εγώ είμαι η Σμαραγδένια, η κόρη του βασιλιά της Παραμυθούπολης. Αγαπώ τα πετράδια και τα σμαράγδια. Είμαι μια πριγκίπισσα, αλλά …μην υποκλιθείς.
-Σε φωνάξαμε εδώ γιατί είσαι ο μόνος που μπορεί να μας σώσει ! Αυτό το διάβασα εγώ, ο Μελέτης, στα βιβλία που κατρακυλάν από την παλιά αποθήκη του σχολείου σου στην Παραμυθούπολη. , είπε το πέμπτο παιδί.
-Και τι διάβασες δηλαδή στα παλιά βιβλία; Ρώτησε ο Παραμυθάς.
-Να, διάβασα πως ο μόνος τρόπος να νικηθεί ο κακός δράκος που θέλει να κυριεύσει και να εξαφανίσει την Παραμυθούπολη, είναι να του πούμε το πιο ωραίο παραμύθι του κόσμου. Και όλοι το ξέρουν πως τα πιο ωραία παραμύθια τα λέει ο Παραμυθάς, δηλαδή εσύ!
-Και ποιος είναι αυτός ο κακός δράκος; Ρώτησε όλο απορία και ενδιαφέρον ο Παραμυθάς.



-Είναι αυτός που κρατά φυλακισμένο τον πατέρα μου. Κι αν δεν πάμε να τον ελευθερώσουμε γρήγορα θα καταστρέψει την Παραμυθούπολη, απάντησε η Σμαραγδένια
-Θα ρίξει σκοτάδι και θα χαθεί το φως και η ομορφιά , είπε ο Φώτος.
-Δεν θα βλέπω να κάνω πειράματα για να ανακαλύπτω πράγματα και να βοηθώ τον κόσμο, μουρμούρισε ο Πείρος .
-Θα μαραθούν τα φυτά και τα λουλούδια, συμπλήρωσε ο Άνθος.
-Ούτε κι εγώ  θα μπορώ να διαβάζω και να βρίσκω λύσεις στα προβλήματα είπε κι ο Μελέτης.
-Κι εγώ δεν θα μπορώ να χαρώ τα σμαράγδια μου, γιατί δεν θα έχουν φως και αξία χωρίς την αγάπη του πατέρα μου, είπε η Σμαραγδένια.
-Αν είναι έτσι, τότε ο δράκος πρέπει να νικηθεί. Δεν μπορώ, εγώ ο Παραμυθάς να αφήσω να χαθεί η Παραμυθούπολη, τώρα που τη βρήκα είπε κι ο Παραμυθάς. Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει τα λόγια του κι ο ουρανός έγινε κατάμαυρος. Τα δέντρα χαμήλωσαν, τα λουλούδια μάζεψαν τα πέταλά τους και τα πουλιά με μιας βουβάθηκαν. Ο Παραμυθάς τρόμαξε.
-Πάει η Παραμυθούπολη, ψιθύρισε
- Μη φοβάσαι, του έδωσε θάρρος η Σμαραγδένια. Είναι ο …σύμβουλος του δράκου.
-Τι συνεδριάζετε; Ακούστηκε τότε μια βροντερή φωνή. Νομίζετε ότι θα νικήσετε το δράκο; Έχετε μέχρι τώρα πει πέντε παραμύθια. Σας μένει ακόμη ένα, το τελευταίο. Αν δεν τον νικήσετε μ’ αυτό, ο βασιλιάς θα πεθάνει και η Παραμυθούπολη θα καταστραφεί. Αυτό ήρθα να σας πω και φεύγω.
Μόλις έφυγε ο κακός σύμβουλος, η Παραμυθούπολη πήρε την κανονική της όψη. Το φως ξαναγύρισε και τα πουλιά ξανάρχισαν να κελαηδούν.
-Τι παραμύθια του είπατε του δράκου; Ρώτησε ο Παραμυθάς
-Εγώ του είπα το παραμύθι των λουλουδιών
-Εγώ για το φως και τη φωτιά
-Εγώ πάλι για τη γνώση
-Εγώ για την επιστήμη
-Κι εγώ για την αγάπη, είπαν τα παιδιά Όμως του δράκου δεν του άρεσαν καθόλου τα  παραμύθια μας.
-Είναι λογικό, σκέφτηκε ο Παραμυθάς. Ο κακός δεν συγκινείται ούτε από την ομορφιά , ούτε από το φως , ούτε από τη γνώση και την επιστήμη, ούτε και από την αγάπη. Μόνον ένα παραμύθι με κακούς του ταιριάζει. Να μην υπάρχουν καλοί. Κάτι σαν τη ζωή του. Όμως μπορεί σε ένα παραμύθι να νικά στο τέλος το κακό και το άσχημο; Να καταστρέφονται οι καλοί; Δεν θα είναι τότε παραμύθι!
-Δίκιο έχεις, συμφώνησαν τα παιδιά. Τι πρέπει να κάνουμε τότε;
-Δεν μπορεί θα υπάρχει λύση, είπε ο Μελέτης. Το βιβλίο το λέει ξεκάθαρα. Ποιο είναι το πιο ωραίο παραμύθι;
-Ωραίο είναι αυτό που φτάνει στην ώρα του, στη σωστή στιγμή, είπε η Σμαραγδένια.
-Νομίζω πως βρήκα τη λύση, φώναξε ο Παραμυθάς. Να λοιπόν ποιο παραμύθι ταιριάζει στο δράκο:
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας κακός δράκος, που ήταν τόσο πολύ δυνατός ώστε κυρίευσε όλες τις χώρες των ανθρώπων και των παραμυθιών. Ήταν ένας δράκος που όλοι τον φοβόνταν. Ήταν  απαίσιος και χαιρόταν να κάνει παντού το κακό. Όμως, κι εκείνος έκρυβε μέσα του έναν φόβο. Φοβόταν τη στιγμή που θα έχανε τη δύναμή του. Γιατί η δύναμη δεν είναι αιώνια. Μπορεί μια μέρα ένας άλλος δράκος, ή ένας βασιλιάς, ή ένα παιδί ή ακόμη και ένα παραμύθι να γινόταν πιο δυνατό απ’ αυτόν . Κι αυτό φοβόταν ο δράκος. Τι θα γινόταν τότε που όλοι αυτοί που τους έκανε κακό θα καταλάβαιναν ότι η δύναμή του δεν είναι ανίκητη;
-Όχι, δεν φοβάμαι τίποτε! Ακούστηκε τότε, η βροντερή φωνή του δράκου που με μιας εμφανίστηκε μπροστά τους. Απότομα τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν και το φως της μέρας λιγόστεψε.
-Φοβάσαι , τι θα απογίνεις όταν σταματήσεις να κυριαρχείς, απάντησε με θάρρος ο Παραμυθάς.
-Δε φοβάμαι κανέναν, ξαναείπε ο δράκος αλλά η φωνή του πια δεν ήταν τόσο δυνατή.
-Είσαι φοβητσιάρης, γιατί ένας κακός πάντα φοβάται μήπως γυρίσουν οι κακές του πράξεις εναντίον του, φώναξε και η Σμαραγδένια
-Δεν είμαι φοβητσιάρης , απάντησε τρομαγμένα ο δράκος που άρχισε ξαφνικά να μικραίνει.
-Είσαι φοβητσιάρης, φοβητσιάρης, άρχισαν να φωνάζουν όλα μαζί τα παιδιά.
Ο δράκος κάθε φορά που άκουγε τη λέξη φοβητσιάρης γινόταν όλο και πιο μικρός.
-Φοβητσιάρης, φοβητσιάρης, φοβητσιάρης συνέχισαν να φωνάζουν τα παιδιά κι ο δράκος όλο και μίκραινε, μίκραινε, ώσπου χωρούσε στη χούφτα του Παραμυθά. Όσο μίκραινε ο δράκος, τόσο πιο φωτεινή γινόταν η μέρα, τόσο πιο γλυκά κελαηδούσαν τα πουλιά, τόσο ευωδίαζαν τα λουλούδια.
-Φοβητσιάρης, φοβητσιάρης, φοβητσιάρης  ξαναφώναξαν τα παιδιά κι ο δράκος έγινε τόσο μικρός που μόλις τον έβλεπε το μάτι του ανθρώπου.
 Τότε γκρεμίστηκε η φυλακή που είχε ρίξει ο δράκος το βασιλιά κι  ο βασιλιάς ελευθερώθηκε κι αγκάλιασε τα παιδιά και τη Σμαραγδένια του. Έτσι, πήρε κι ο Παραμυθάς με προσοχή στη χούφτα του ενός του χεριού του το δράκο και κίνησε να φύγει από την Παραμυθούπολη. Βιαζόταν να τον πάρει μακριά από την όμορφη εκείνη χώρα. Ήθελε να τον κρατήσει δικό του. Ξέρετε πόσα παραμύθια θα μπορούσε να σκαρώσει με αυτόν τον πρώην κακό δράκο;


Έτσι έζησαν όλοι αυτοί καλά κι εμείς ακόμη καλύτερα.

                                                                                                                                 Βασιλική

Η πολύχρωμη ντουλάπα


Παραμύθι αρχινώ
Τι θα θέλατε να  πω;
Μήπως για μία κοπέλα
Πούχε όμορφα καπέλα
Ή για τ’ αρχοντόπουλο
 που είναι σαν κοτόπουλο;
Ή για μία μαύρη γάτα
 που φορούσε ροζ γραβάτα;

Μια φορά κι έναν καιρό
Σ’ ένα μακρινό χωριό


Μια μέρα απ’ αυτές που όλα τα παιδιά πετάνε χαρταετούς, ο Φτωχογιάννης έμεινε και πάλι μόνος. Τα άλλα παιδιά πήραν τους χαρταετούς τους κι έφυγαν, χωρίς να του πουν κι αυτού να πάει μαζί τους. Δεν τον ήθελαν στην παρέα τους, γιατί η οικογένειά του ήταν φτωχή. Δεν του έλεγαν όμως την αλήθεια και εύρισκαν ένα σωρό δικαιολογίες για να τον αποφεύγουν.



 Ξεκίνησε λοιπόν κι ο Φτωχογιάννης  να πετάξει μόνος του το χαρταετό του. Δίνει μια, δίνει δυο και ο χαρταετός σηκώθηκε πολύ ψηλά. Χαρούμενος , τον καμάρωνε, ώσπου ένας δυνατός αέρας τον παρέσυρε και τον πέταξε με δύναμη μακριά, πάνω σε ένα ψηλό δέντρο που ακουμπούσε στη στέγη ενός παράξενου σπιτιού. Τρέχει ο Φτωχογιάννης  για να πάρει τον χαρταετό του και θαμπώνεται!
-Τι παράξενο σπίτι, τι πολύχρωμοι οι τοίχοι του, τι όμορφος ο κήπος του γεμάτος με πολύχρωμα λουλούδια, είπε κι αποφάσισε να ανεβεί στη στέγη του σπιτιού για να φτάσει το χαρταετό του. Μα σαν σκαρφάλωσε εκεί ψηλά, γκτουπ! Γλίστρησε κι έπεσε μέσα στο σπίτι!
Μόλις συνήλθε απ’ την τρομάρα του γύρισε τα μάτια του και είδε ένα σωρό πολύχρωμα πράγματα, σπασμένα. Σπασμένα βάζα, σπασμένα τραπέζια και καρέκλες  και στο βάθος μια σπασμένη ντουλάπα. Κάνει να ανοίξει την πόρτα της ντουλάπας και αμέσως ξεχύθηκε  ένα πολύχρωμο φως τόσο δυνατό που  αναγκάστηκε να κλείσει αμέσως τα μάτια του.  Όταν τα ξανάνοιξε κατάλαβε ότι είχε βρεθεί σ’ έναν άλλον κόσμο.
Αυτός ο κόσμος ήταν πολύ όμορφος και πολύχρωμος. Όλα τα σπίτια , αλλά και όλα τα πράγματα είχαν σχήμα και γεύση ζαχαρωτού. Ό, τι καλό και χρήσιμο μπορεί να φανταστεί το μυαλό του ανθρώπου υπήρχε σ’ αυτόν τον κόσμο.
 Ξαφνικά, άκουσε φωνές! Πρόσεξε τότε πολλά μικρά ανθρωπάκια που πολεμούσαν μεταξύ τους. Ο Φτωχογιάννης  μπήκε ανάμεσά τους να τα χωρίσει.
-Πρέπει να ντρέπεστε, τους φώναξε. Έχετε έναν τόσο όμορφο κόσμο, με όλα τα καλά που χωράει ο νους και πολεμάτε μεταξύ σας;
Ντράπηκαν τότε τα ανθρωπάκια, τρόμαξαν σαν άκουσαν την αλήθεια από το στόμα του Φτωχογιάννης , σταμάτησαν τον πόλεμο κι έτρεξαν να κρυφτούν στα ζαχαρένια σπίτια τους. Μα ο Φτωχογιάννης  τα φώναξε να βγουν έξω. Διηγήθηκε την ιστορία του και το πώς έφτασε στον κόσμο τους. Τότε ήρθε κι ο βασιλιάς




-Θέλω να σε ευχαριστήσω, είπε στο Φτωχογιάννη, που σταμάτησες τον πόλεμο. Για το καλό που έκανες θα σου πραγματοποιήσω τρεις ευχές. Ο Φτωχογιάννης  δεν έχασε χρόνο και ξεκίνησε . Σκέφτηκε τα παιδιά που του έλεγαν συνέχεια ψέματα για να τον αποφύγουν και είπε:
-Θέλω όλοι οι άνθρωποι να λένε πάντα την αλήθεια.
Μετά σκέφτηκε τους γονείς του, που έψαχναν να βρουν δουλειά και είπε:
-Θέλω οι γονείς μου, αλλά και όλοι οι άνθρωποι που θέλουν να δουλέψουν , να βρουν αμέσως δουλειά.
Έπειτα σκέφτηκε το πόσο μόνος ήταν και είπε:
-Θέλω να έχω φίλους.
Οι ευχές σου θα γίνουν πραγματικότητα, είπε ο βασιλιάς και κίνησε να φύγει.
- Χαρούμενος ο Φτωχογιάννης  τον ρώτησε πώς θα γυρίσει πίσω.
-Χρησιμοποίησες όλες σου τις ευχές, απάντησε ο βασιλιάς, μα δε ζήτησες να γυρίσεις στον κόσμο σου. Δεν μπορείς επομένως να φύγεις.
Ο Φτωχογιάννης  στενοχωρήθηκε πολύ και κάθισε παράμερα για να σκεφτεί τι θα κάνει. Τότε τον πλησίασε ένα από τα ανθρωπάκια και του είπε:
-Άκουσα με προσοχή την ιστορία σου και  καταλαβαίνω τη στενοχώρια σου. Γιατί κι εγώ πριν έρθω εδώ, ήμουν άνθρωπος. Κι εγώ ζούσα μες στη στενοχώρια επειδή δεν με έκανε κανένας παρέα. Όλοι με φώναζαν άσχημο! Κι εγώ μπήκα στο πολύχρωμο σπίτι και άνοιξα τη σπασμένη ντουλάπα. Μόλις ήρθα σε αυτόν τον πολύχρωμο κόσμο, μου άρεσε τόσο πολύ , που είπα πως δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Τότε ο βασιλιάς ευχαριστημένος από την προτίμηση που έδειξα στον κόσμο του, μου έδωσε το δικαίωμα να κάνω τρεις ευχές .Κι εγώ του ζήτησα μόνο μία:
 -Όταν θέλω να πηγαίνω να βλέπω τους γονείς μου.
Τις άλλες δύο ευχές δεν τις χρησιμοποίησα. Έτσι λέω,  επειδή μας βοήθησες πολύ κάνοντάς μας να σταματήσουμε τον πόλεμο, να σε βοηθήσω κι εγώ με τη σειρά μου.
-Εύχομαι, ο Φτωχογιάννης  να επιστρέψει στον κόσμο του και στην οικογένειά του, φώναξε και ο Φτωχογιάννης  βρέθηκε με μιας στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί άρχισε να αναζητά τους γονείς του για να τους διηγηθεί την ιστορία του, μα μια γειτόνισσα του είπε πως λείπουν και οι δυο, στη δουλειά
Πριν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξή του φάνηκαν τα άλλα τα παιδιά να  έρχονται προς το μέρος του κρατώντας το χαρταετό του .
- Φτωχογιάννη, αυτός δεν είναι ο χαρταετός σου; Τον βρήκαμε κρεμασμένο σε ένα ψηλό δένδρο , του είπαν. Τον κατεβάσαμε και σου τον φέραμε γιατί σκεφτήκαμε πως θα στενοχωρήθηκες που τον έχασες.
Κι έτσι ο Φτωχογιάννης , με φίλους σ’ αυτόν αλλά και στον άλλον , τον πολύχρωμο κόσμο, έζησε καλά κι εμείς καλύτερα. 
                                                                                                                               Σοφία

Η παλιά ντουλάπα


Μιαν αλήθεια θα σας πω
Για να μπείτε στο χορό
Θα ακούσετε πολλά
Ξένα μα και κοντινά

Για ταξίδια να σας πω;
Για μια βάρκα στο γιαλό;
Για του βασιλιά την άρπα;
ή για μια παλιά ντουλάπα;

Σε μια γωνιά του δρόμου, υπάρχει ακόμα και τώρα που μιλάμε μια παλιά ντουλάπα . Κανείς δεν της δίνει σημασία, μόνο , κάποτε, ένας μικρός, που ήταν πάντα στενοχωρημένος,  επειδή τα  άλλα  παιδιά δεν τον έπαιζαν, την πρόσεξε  .
  -Τι να έχει άραγε  αυτή η ντουλάπα; Ψιθύρισε για να μην τον ακούσουν οι υπόλοιποι και τον κοροϊδέψουν. Και, καθώς  έκανε να την ακουμπήσει αμέσως βρέθηκε στο απόλυτο σκοτάδι .
-Βοήθεια … φώναξε, πού βρίσκομαι ;
-Μη  φοβάσαι, ακούστηκε μια φωνή .
Ο μικρός γύρισε προς τα εκεί κι όταν τα μάτια του συνήθισαν ξεχώρισε έναν  άνθρωπο, που φορούσε στο κεφάλι του έναν μεγάλο σκούφο μάγειρα.


-Καλησπέρα ,ή όχι , καλημέρα , ή όχι, καληνύχτα ! Μπέρδεψε τα  λόγια του ο μικρούλης από την τρομάρα του. Πού βρίσκομαι;
Ο  άγνωστος χαμογέλασε ακόμα πιο πολύ και  τον πλησίασε.
- Βρίσκεσαι στην Παραμυθούπολη κι εγώ είμαι ο μάγειρας . Θα αφήσω τη δουλειά μου για να σε βοηθήσω να μάθεις κάτι σπουδαίο! Μα, γιατί έχεις αυτό το θλιμμένο πρόσωπο;
-Γιατί τα άλλα παιδιά ποτέ δεν με παίζουν, απάντησε ο μικρός
 -Ίσως αυτό να είναι το σπουδαίο που πρέπει να μάθεις, είπε ο μάγειρας . Πάμε  τώρα.
-Πάμε είπε κι ο μικρός και του έδωσε το χέρι του.
Δρόμο παίρναν , δρόμο αφήναν. Δρόμο παίρναν ,δρόμο αφήναν. Στο δρόμο ο Μάγειρας έδειχνε στο μικρό την Παραμυθούπολη και του φανέρωνε τα μυστικά της. Ο μικρός τα άκουγε όλα αυτά χωρίς να πει ούτε μια κουβέντα στον καλό μάγειρα που του μάθαινε τόσα ωραία πράγματα. Για κάποια στιγμή ο δρόμος  χωρίζονταν στα δυο και ο μάγειρας εξαφανίστηκε πριν καλά το καταλάβει ο μικρός. Κι εκείνος έμεινε μόνος και πάλι.

 Δεν ήξερε τι να κάνει, και το χειρότερο, η κοιλιά του άρχισε να γουργουρίζει και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
-Πεινώ, είπε και έψαξε την τσέπη του μήπως και βρει κάτι . Μα δε βρήκε τίποτε, παρά μόνο το χαρτζιλίκι του, που ήταν λεφτά, και τα λεφτά δεν τρώγονται. Έτσι συνέχισε απογοητευμένος το  δρόμο του . Μετά από πολύ περπάτημα συνάντησε έναν άνθρωπο που έμοιαζε με …πιρούνι .
-Είμαι πεινασμένος και στενοχωρημένος ,του είπε  ο μικρός. Μπορείτε να με βοηθήσετε;
- Έχω μια καλή ιδέα, του απάντησε εκείνος: Έλα στο σπίτι μου να χορτάσεις .
Τον ακολούθησε στο σπίτι του, έφαγε, έφαγε και χωρίς να πει μια καλή κουβέντα στον καλόν άνθρωπο, πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Ήρθε το βραδάκι και τα βλέφαρα του άρχισαν να βαραίνουν. Στο τέλος κοιμήθηκε σε μια γωνιά του δρόμου . Γρήγορα ένιωσε πως κρύωνε και μαζεύτηκε να ζεσταθεί,  όταν κατάλαβε πως κάποιος άπλωνε κάτι  ζεστό πάνω του:  Μια μεγάλη ζεστή κουβέρτα , για να τον προφυλάξει από την ψύχρα της βραδιάς . Έκανε τον κοιμισμένο  και  δεν ξεστόμισε ούτε μια γλυκιά κουβέντα σ΄ αυτόν που τον σκέφτηκε.
Σηκώθηκε το πρωί κι  άρχισε ξανά να  περπατάει. Σκεφτόταν όλα αυτά που του συνέβησαν:   θυμήθηκε τον καλό άνθρωπο που τον πήρε στο σπίτι του και τον χόρτασε, τη ζεστή κουβέρτα , το μάγειρα και τα λόγια του και δεν μπορούσε να βγάλει άκρη.
-Ποιο να είναι το σπουδαίο που πρέπει  να μάθω ; σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν Το απόγευμα της ιδίας μέρας ο ουρανός σκοτείνιασε και άρχισε μια δυνατή μπόρα .Όλοι πήγαν στα σπίτια τους κι ο μικρός, απ’  όποιον ζητούσε τη φιλοξενία του για να προστατευτεί  από τη βροχή, έπαιρνε απάντηση   αρνητική . Έτσι έμεινε  για άλλη μια φορά μόνος  και μούσκεμα . Τότε είδε από μακριά μια γυναίκα που κουβαλούσε ένα πανέρι  λουλούδια να έρχεται βιαστική κατά πάνω του.




-Ψιτ, εσύ του είπε. Κάνε λίγο πιο πέρα να περάσω  και είμαι βιαστική! Πρέπει να  πάω στην αγορά, να πουλήσω τα λουλούδια μου, όσο είναι ακόμα φρέσκα.
-Στάσου δυο λεπτά, παρακάλεσε  ο μικρός. Θέλω τη βοήθειά σου. Γιατί ενώ όλοι χθες εδώ στην Παραμυθούπολη με καλοδέχτηκαν και με βοήθησαν σήμερα με αποφεύγουν;
-Αποκλείεται , στην Παραμυθούπολη, όλοι τρέχουμε να βοηθήσουμε, δεν αποφεύγουμε ποτέ ο ένας τον άλλον, του είπε η γυναίκα.
-Κι όμως εμένα σήμερα με άφησαν να γίνω μούσκεμα. Γιατί;
-Περίεργο, μήπως  κι εσύ δεν έκανες κάτι σωστά; Μήπως ξέχασες κάτι να κάνεις γι’ αυτούς, τον ρώτησε η γυναίκα.
-Δεν  μπορώ να σκεφτώ τίποτε!  Είπε ο μικρός  και κίνησε να φύγει.
-Πού πας, έκανε ηγυναίκα. Δεν έχεις να πεις ούτε σε  μένα κάτι;
-Μα τι να πω; Μόνον ευχαριστώ  που μου χάρισες το χρόνο σου κι ας ήσουν βιαστική. Αλλά αυτό, δεν χρειάζεται να  το λέω, φτάνει που το νιώθω. Έπειτα, ντρέπομαι πολύ να λέω πως αισθάνομαι…
-Δεν  είναι έτσι, δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να ευχαριστούμε τους ανθρώπους. Δε φτάνει να το νιώθεις το «ευχαριστώ»,  πρέπει να το λες κάπου, κάπου, τον ορμήνεψε  η γυναίκα.
- Αν είναι έτσι, τώρα κατάλαβα το λάθος που μέχρι τώρα έκανα, φώναξε ο μικρός. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες να το ανακαλύψω.  Θα πρέπει να βρω τρόπο να ευχαριστήσω κι όλους τους άλλους που με νοιάστηκαν. Γι’  αυτό,  σε παρακαλώ, πούλα σε μένα τα λουλούδια σου, είπε και της έβαλε στο χέρι ολόκληρο το χαρτζιλίκι του.
Πήρε τα λουλούδια, χάρισε το πρώτο στη γυναίκα που τον συμβούλεψε και την παρακάλεσε να δώσει από ένα σε όλους αυτούς που τον είχαν βοηθήσει.  Δεν απόσωσε καλά καλά τα λόγια του και βρέθηκε με μιας μπροστά στην παλιά ντουλάπα. Στα χέρια του κρατούσε ακόμη ένα λουλούδι και  μ΄ αυτό στόλισε το παλιό της πόμολο.


Τα παιδιά που έπαιζαν παραπέρα τον είδαν, θαύμασαν το όμορφο λουλούδι και τον φώναξαν να παίξει μαζί  τους.
Ευχαριστώ,  είπε ο μικρούλης, για πρώτη φορά, χωρίς να ντρέπεται.
Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα

Ιφιγένεια

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Τα τρία αδέρφια και η χρυσή ντουλάπα



Παραμύθια κουτορνίθια
Ώρα για να πούμε τώρα
Παραμύθια με αλήθεια
Μακριά από τη μπόρα
Παραμύθια βρε, βοήθεια
Πάμε για τη μαύρη χώρα
Παραμύθια μες στα στήθια
Τώρα, έφτασε η ώρα



Μετά την δημιουργία του κόσμου και πριν από το τέλος του, σε ένα τόπο αλλού και μακριά από εδώ, σ’ ένα φτωχικό σπίτι ζούσε η οικογένεια Αξιοσημείωτη

Η δόξα της ήταν μεγάλη, τα ψωμιά όμως που είχε να ταΐσει τα παιδιά της ήταν λίγα. Μπορεί να είχε δύναμη σε χρόνους περασμένους, μα ο κύριος Αξιοσημείωτος κατάφερε να τα κάνει μαντάρα στου δάσους την αντάρα. Όλη τους η περιουσία πλέον ήταν ένα φτωχικό σ’ ένα χωριό στην άκρη του δάσους. Η μαμά Αξιοσημείωτη φώναζε και έσκουζε στον πατέρα να κάνει κάτι, να φέρει φαΐ στο σπίτι για να ζήσουν τα τρία παιδιά τους.

Τα τρία παιδιά τους, ο Μεγάλος, ο Μεσαίος, και ο Μικρός, δεν ήταν αυτό που λέμε ‘‘αγαπημένα’’ αδέρφια. Μάλωναν συνέχεια ακόμα και για το ποιος θα περάσει πρώτος την πόρτα. Ο Μικρός περνούσε πάντα τελευταίος και όλο τον κορόιδευαν τα μεγάλα αδέρφια του και όλο έκλαιγε ο καημενούλης και φώναζε τη μαμά του. Τα παιδιά λοιπόν που δεν ήταν και πολύ φρόνιμα, έκαναν πολλές ζημιές στο σπίτι και πάντα έλεγαν ότι φταίει ο Μικρός που όλο την πλήρωνε και όλο έκλαιγε και όλο φώναζε. Μια μέρα λοιπόν, μην έχοντας τι άλλο να κάνει η μαμά Αξιοσημείωτη, γιατί της έσπασαν το καλό το σερβίτσιο, τον κλείδωσε μόνο του στο σκοτεινό υπόγειο για τιμωρία.

Μπορείτε να μαντέψτε την πρώτη αντίδραση του Μικρού; ….
Ναι! Έκλαιγε. Όμως γρήγορα κατάλαβε ότι κανένας δεν τον άκουγε.
Έκατσε κι αυτός σε μια γωνία και αφού πέρασε καμιά ώρα άρχισε να το βρίσκει ενδιαφέρον που ήταν μόνος του στο υπόγειο, γιατί ποτέ μέχρι τώρα οι γονείς τους δεν άφηναν τα παιδιά να κατεβαίνουν εκεί κάτω. Αυτό σήμαινε ότι τα αδέρφια του δεν είχαν πάει ποτέ εκεί, άρα μπήκε αυτός για πρώτη φορά. Θα μπορούσε λοιπόν σαν έβγαινε να υπερηφανεύεται μπροστά στα  αδέρφια του γιατί κι αυτός, επιτέλους,  θα ήξερε πράγματα που εκείνα ποτέ τους δεν είχαν δει.

Στο υπόγειο υπήρχε όλη η ιστορία των προγόνων του, από πάππου προς πάππου. Το τι δε βρήκε εκεί μέσα, από μάλλινα πουλόβερ έως και μια χρυσή ντουλάπα. Όπα! Μια χρυσή ντουλάπα; Τι δουλειά έχει στο υπόγειο;
Όπως ξέρετε τα μικρά παιδιά είναι περίεργα, πόσο μάλλον ο Μικρός! Αυτός βέβαια,  μπορεί να ήταν περίεργος, αλλά είχε και χρυσή καρδιά, σαν το χρώμα της ντουλάπας. Δεν έχασε λοιπόν χρόνο και πήγε να την ανοίξει. Με το που την ακούμπησε όμως, η ντουλάπα άρχισε να αστράφτει όλο και περισσότερο και να γίνεται πιο χρυσή και από χρυσή!

Το αστραφτερό φως λοιπόν που έβγαζε η ντουλάπα τύλιξε το  Μικρό και τον πήγε σε έναν άλλο κόσμο, κόσμο φανταστικό! Εκεί όλα ήταν υπέροχα, τα χρώματα ήταν φανταχτερά και πολύ-πολύ φωτεινά. Όλα ήταν τόσο όμορφα κι ο Μικρός άρχισε να τρέχει από δω κι από κει για να τα δει και να τα θαυμάσει . Έτσι μέσα σε λίγη ώρα  είχε κάνει φίλους του όλα τα ζώα, τον Κούδο τον Αρκούδο, τον Άστορα τον κάστορα, τον Ύκο τον λύκο, την Επού την αλεπού, και το Ίδι το φίδι. Ο Κούδος, ο Άστορας, ο Ύκος και η Επού  έλεγαν στον μικρό να μην κάνει παρέα με το Ίδι το φίδι, γιατί ήταν πονηρό, μα ο Μικρός με τη χρυσή καρδιά δεν μπορούσε να αφήνει μόνο του το Ίδι το Φίδι.


Μια μέρα λοιπόν το Ίδι το φίδι, έβαλε τον Μικρό σε ένα καζάνι τάχα, για να τον κάνει μπάνιο. Άρχισε όμως να ρίχνει μέσα, κρεμμυδάκι, καροτάκι, πατατούλες, ρυζάκι και αλατάκι!
Ακριβώς, τον μαγείρευε για βραδινό, μα ο Μικρός με την τόσο καλή καρδιά του δεν κατάλαβε τι του …μαγείρευε το φίδι. Ευτυχώς όμως, ο Κούδος, ο Άστορας, ο Ύκος και η Επού έμαθαν το τι έκανε το φίδι και πήγαν για να σώσουν τον Μικρούλη. Οργάνωσαν ολόκληρο σχέδιο: Έβαλαν την Επού, να απασχολήσει τον Ίδη μέχρι να σώσουν οι υπόλοιποι τον Μικρό.  Τον έβγαλαν λοιπόν απ’ το καζάνι,  μα ήξεραν καλά ότι το φίδι δεν θα το ξεχνούσε ποτέ αυτό και πως ο Μικρός κινδυνεύει στο δάσος από το φίδι και το κάθε φίδι, και αποφάσισαν να αποχαιρετήσουν το φίλο τους και να τον αφήσουν να γυρίσει ξανά στο σπίτι του.
Με το που βρέθηκε ο Μικρός ξανά στο υπόγειο, κατέβηκε και η μαμά Αξιοσημείωτη και του είπε ότι μπορεί να πάει να παίξει με τα αδέρφια του. Αυτός άλλο που δεν ήθελε, έτρεξε αμέσως και τους τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι! Εκείνα άρχισαν να ζηλεύουν τόσο πολύ για αυτή την περιπέτεια του Μικρού που θέλησαν να δοκιμάσουν και εκείνα. Μεταξύ μας, δεν τον είχαν πολυπιστέψει  και θέλησαν να δουν άμα τους έλεγε αλήθεια. Είχαν δεν είχαν , άρχισαν να σπάνε ό, τι έβρισκαν στο σπίτι τους. Η μαμά Αξιοσημείωτη άκουσε το θόρυβο και έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Έπιασε τα δύο παιδιά της και τα έκλεισε στο υπόγειο!

Η ντουλάπα δεν άργησε να φανεί, ολόχρυση και λαμπερή, όπως την είχε περιγράψει ο Μικρός. Αμέσως την άνοιξαν και μπαμ! Εξαφανίστηκαν.

Όταν ο Μεσαίος άνοιξε τα μάτια του είδε έναν τόπο χωρίς καθόλου χρώματα. Υπήρχαν μόνο φωτιές, πέτρες, και άνθρωποι άσχημοι, που δούλευαν ασταμάτητα! Τρόμαξε τόσο πολύ που  έκατσε σε μια γωνιά και άρχισε να κλαίει. Τότε δύο φρουροί τον άκουσαν και έτρεξαν και τον έπιασαν. Τον έβαλαν κι αυτόν να δουλεύει και να σπάει πέτρες. Δούλευε ασταμάτητα και έκλαιγε δυνατά και ζητούσε να γυρίσει πίσω, μα κανένας δεν τον άκουγε. Προσπάθησε μια στιγμή να το σκάσει κι άρχισε να τρέχει, να τρέχει και να τρέχει για να βρει κάποια διέξοδο. Όμως,  χωρίς να το καταλαβαίνει έμπαινε πιο βαθιά στον άσχημο αυτό κόσμο. Δεν μπορούσε μήτε να κλάψει γιατί ήξερε ότι αν άρχιζε να κλαίει, θα τον βρίσκανε. Περπατούσε και περπατούσε και τελειωμό δεν είχε το περπάτημά του, λες κι ο δρόμος αυτός δεν τελείωνε πουθενά.

Σε μια στιγμή σκέφτηκε τον αδελφό του το Μικρό, που θα στενοχωριόταν μόνος του. Τότε λίγα βήματα παρακάτω έλαμψε ένα φως που τον τράβηξε μέσα του και τον γύρισε στο σπίτι του. Δεν ήταν όμως ο ίδιος. Ένιωθε πολύ  αλλαγμένος από αυτή του την περιπέτεια.


Παρόμοια (και μπορεί και χειρότερη) τύχη είχε και ο Μεγάλος. Αυτός βρέθηκε στη μέση του πουθενά! Το μόνο που έβλεπε γύρω του ήταν ένα πηχτό μαύρο σκοτάδι. Φοβήθηκε, δεν ήξερε τι να κάνει, γιατί ενώ γνώριζε πως ήταν μέρα , αυτή η μέρα έμοιαζε με νύχτα. Μα δε φοβήθηκε μόνον για τον εαυτό του αλλά και για τον αδερφό του. Πού να βρίσκεται ο Μεσαίος που είναι και φοβητσιάρης και κλαψιάρης σκέφτηκε. Τότε κατάλαβε πως το σκοτάδι ελαττώθηκε ή ότι τα μάτια του είχαν αρχίσει να συνηθίζουν, και ξεχώρισε τα δέντρα του δάσους που ήτανε δίπλα από το χωριό του. Όμως, όλα ήταν ανάποδα, τα φύλλα του δέντρου ήταν μαύρα, ο ήλιος ήταν σκούρος μπλε, όλα αντίθετα, ακόμα και οι άνθρωποι.

Θυμήθηκε πως στην άκρη του χωριού του ζούσε μια καλή γριούλα. Σε αυτήν θα πήγαινε για να τον βοηθήσει να πάει σπίτι του. Όμως μόλις αυτή τον είδε άρχισε να του φωνάζει και να του ζητάει πίσω όλα τα χαρτζιλίκια που του είχε δώσει. Πέρασε έξω από το μπακάλικο, που ο μπακάλης πάντα του έδινε μία καραμέλα, αλλά εκείνος άρχισε να του ζητάει πίσω όλες τις καραμέλες που του είχε δώσει. Ο Μεγάλος άρχισε να υποψιάζεται τι συμβαίνει και σκέφτηκε να πάει στον πιο κακό άνθρωπο του χωριού για να ζητήσει βοήθεια. Πήγε και βρήκε τον κυρ- Κακό, κι αυτός τον πήρε μέσα στο σπίτι του και του έκανε ένα ζεστό τσάι . Μετά πήραν μαζί το δρόμο για το σπίτι του Μεγάλου. Δύσκολος δρόμος γιατί όπου πριν υπήρχε βουναλάκι τώρα στη θέση του ήταν χαντάκι και το μικρό ποτάμι κυλούσε ανάποδα τα νερά του.
-Ευτυχώς με οδηγεί ο κυρ- Κακός, σκέφτηκε. Μόνος μου δεν θα τα έβγαζα πέρα με τόσες παγίδες! Μόλις γυρίσω στο σπίτι μας θα αγκαλιάσω το Μικρό που θα είναι μόνος του στην αυλή μας. Μετά, οι δυο μαζί θα ψάξουμε το Μεσαίο μας.
Δεν πρόλαβε να σκεφτεί τα αδέρφια του δεύτερη φορά και ξημέρωσε! Όλα έγιναν τόσο κανονικά,  που ο κυρ- Κακός άρχισε να φωνάζει και να θυμώνει στο Μεγάλο. Εκείνον όμως δεν τον ένοιαζε,  ξέφυγε γρήγορα κι έτρεξε στο σπίτι του, αφού τώρα πια ήξερε καλά το δρόμο. Βρήκε τ’ αδέρφια του να τον περιμένουν όλο αγωνία.

Από τότε τα παιδιά άλλαξαν, δε μάλωναν πια, και έπαιζαν όλα μαζί ευτυχισμένα. Αν κάποτε λοιπόν, κάποια φορά βρεθείτε σ’ αυτό το δάσος, ίσως βρείτε αυτή τη χρυσή ντουλάπα.
Γιατί ούτε κι εγώ μαρτύρησα σε κανέναν ότι υπάρχει, ούτε τα τρία αδέρφια , που έζησαν αγαπημένα πολύ καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα

 Λευτέρης


Φεστιβάλ Παιδείας 2012




Παρουσιάσαμε τα "Παραμύθια της Αρετής" συμμετέχοντας στο Φεστιβάλ Παιδείας του Δήμου Νεάπολης Συκεών Θεσσαλονίκης, στις 15/5/2012. Η ομάδα μας εντάχθηκε στους Νέους Δημιουργούς του Δήμου. Ήταν μια πολύ καλή εμπειρία για μας τόσο η συμμετοχή μας όσο και η γνωριμία με άλλους νέους δημιουργούς μικρότερους ή και μεγαλύτερους από μας.

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget