Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Ο Παραμυθάς κι ο δράκος.


Ο Παραμυθάς κι ο δράκος.

Να σας πω για μια κοπέλα
Ή μήπως για ένα παλάτι
Να σας πω για μια κουνέλα
Ή για του αλλουνού το μάτι;

Βρήκα, τελικά το βρήκα!
Θα σας πω για μια βαρέλα
που τη στόλιζε κορδέλα,
που μια φορά στα μέσα Μάρτη
τη γεμίσανε μ’ αλάτι.

Ξέρω, δεν σας ενδιαφέρει
Κι απορία θα σας φέρει!
Παραμύθι θα ιστορήσω
Τη ζωή να σας στολίσω

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια μακρινή χώρα ο Παραμυθάς, ένας μικρός που σκάρωνε στο πι και φι παραμύθια. Μόνο, που τώρα τελευταία ήταν πολύ στενοχωρημένος γιατί  είχε ξεμείνει εντελώς από ιδέες. Μόλις πήγαινε να φτιάξει ένα παραμύθι καταλάβαινε ότι το είχε ήδη πει. Έτσι μια μέρα, που η δασκάλα στο σχολείο έβαλε σε όλα τα παιδιά να γράψουν από ένα παραμύθι, αυτός πήγε να πεθάνει από τη στενοχώρια του.


-Εγώ, ο Παραμυθάς και να μη μπορώ να σκαρώσω ούτε ένα παραμύθι, ψιθύρισε απελπισμένος. Τότε άκουσε μια φωνούλα
- Παραμυθά,  έλα κοντά μου! Γύρισε το κεφάλι του δεξιά, το γύρισε αριστερά, αλλά τίποτε. Τα άλλα παιδιά έγραφαν το παραμύθι τους. Η φωνούλα όμως ξανακούστηκε:
-Έλα Παραμυθά και δε θα χάσεις.
- Και τι έχω να χάσω; Αναρωτήθηκε κι αυτός. Μήπως έχω κάτι να γράψω; Σηκώθηκε από τη θέση του και βγήκε έξω, μήπως και ακούσει καθαρότερα.
-Έλα κάτω, στην παλιά αποθήκη, ξανακούστηκε η φωνή, πιο δυνατά. Κατέβηκε τότε τα σκαλιά και μπήκε στην μικρή αποθήκη του σχολείου.
-Έλα Παραμυθά , σε χρειαζόμαστε, ξανακούστηκε η φωνή. Έβγαινε από μια παλιά θαλασσί ντουλάπα. Χωρίς να χάσει χρόνο ο Παραμυθάς άνοιξε τη ντουλάπα και με μιας βρέθηκε να κατρακυλά σε ένα σκοτεινό γκρεμό. Μαζί του έπεφταν βιβλία, μπάλες, ρολόγια, μολύβια κι όλα τα παλιά πράγματα που είχε η αποθήκη του σχολείου. Σε μια στιγμή προσγειώθηκε σε ένα απαλό στρώμα από χορτάρι. Κοίταξε γύρω του.
-Τι υπέροχο μέρος! Τεράστια παράξενα δέντρα, περίεργα φυτά,  πολύχρωμα  ευωδιαστά λουλούδια και παντού μουσικές από κελαϊδίσματα πουλιών. Τι όμορφος τόπος, σαν τα παραμύθια είπε ο Παραμυθάς που ένιωθε σαν στο σπίτι του.
-Σε ευχαριστούμε που ήρθες στην Παραμυθούπολη, άκουσε όχι μία αλλά πέντε φωνές σαν αυτή που τον καλούσε. Γύρισε το κεφάλι του και είδε πέντε παιδιά.
-Εγώ είμαι ο Άνθος, είπε το πρώτο παιδί. Ασχολούμαι με τα φυτά, αλλά δεν μου αρέσει να με λένε …φυτό! Καλώς ήρθες Παραμυθά .
-Καλώς ήρθες μικρέ μας σωτήρα! Εγώ είμαι ο Φώτος, που αγαπώ το φως και τη φωτιά
-Κι εγώ ο Πείρος, που μου αρέσουν τα πειράματα, συστήθηκαν δύο αγόρια που έμοιαζαν μεταξύ τους σαν δυο σταγόνες νερό.
-Κι εγώ είμαι η Σμαραγδένια, η κόρη του βασιλιά της Παραμυθούπολης. Αγαπώ τα πετράδια και τα σμαράγδια. Είμαι μια πριγκίπισσα, αλλά …μην υποκλιθείς.
-Σε φωνάξαμε εδώ γιατί είσαι ο μόνος που μπορεί να μας σώσει ! Αυτό το διάβασα εγώ, ο Μελέτης, στα βιβλία που κατρακυλάν από την παλιά αποθήκη του σχολείου σου στην Παραμυθούπολη. , είπε το πέμπτο παιδί.
-Και τι διάβασες δηλαδή στα παλιά βιβλία; Ρώτησε ο Παραμυθάς.
-Να, διάβασα πως ο μόνος τρόπος να νικηθεί ο κακός δράκος που θέλει να κυριεύσει και να εξαφανίσει την Παραμυθούπολη, είναι να του πούμε το πιο ωραίο παραμύθι του κόσμου. Και όλοι το ξέρουν πως τα πιο ωραία παραμύθια τα λέει ο Παραμυθάς, δηλαδή εσύ!
-Και ποιος είναι αυτός ο κακός δράκος; Ρώτησε όλο απορία και ενδιαφέρον ο Παραμυθάς.



-Είναι αυτός που κρατά φυλακισμένο τον πατέρα μου. Κι αν δεν πάμε να τον ελευθερώσουμε γρήγορα θα καταστρέψει την Παραμυθούπολη, απάντησε η Σμαραγδένια
-Θα ρίξει σκοτάδι και θα χαθεί το φως και η ομορφιά , είπε ο Φώτος.
-Δεν θα βλέπω να κάνω πειράματα για να ανακαλύπτω πράγματα και να βοηθώ τον κόσμο, μουρμούρισε ο Πείρος .
-Θα μαραθούν τα φυτά και τα λουλούδια, συμπλήρωσε ο Άνθος.
-Ούτε κι εγώ  θα μπορώ να διαβάζω και να βρίσκω λύσεις στα προβλήματα είπε κι ο Μελέτης.
-Κι εγώ δεν θα μπορώ να χαρώ τα σμαράγδια μου, γιατί δεν θα έχουν φως και αξία χωρίς την αγάπη του πατέρα μου, είπε η Σμαραγδένια.
-Αν είναι έτσι, τότε ο δράκος πρέπει να νικηθεί. Δεν μπορώ, εγώ ο Παραμυθάς να αφήσω να χαθεί η Παραμυθούπολη, τώρα που τη βρήκα είπε κι ο Παραμυθάς. Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει τα λόγια του κι ο ουρανός έγινε κατάμαυρος. Τα δέντρα χαμήλωσαν, τα λουλούδια μάζεψαν τα πέταλά τους και τα πουλιά με μιας βουβάθηκαν. Ο Παραμυθάς τρόμαξε.
-Πάει η Παραμυθούπολη, ψιθύρισε
- Μη φοβάσαι, του έδωσε θάρρος η Σμαραγδένια. Είναι ο …σύμβουλος του δράκου.
-Τι συνεδριάζετε; Ακούστηκε τότε μια βροντερή φωνή. Νομίζετε ότι θα νικήσετε το δράκο; Έχετε μέχρι τώρα πει πέντε παραμύθια. Σας μένει ακόμη ένα, το τελευταίο. Αν δεν τον νικήσετε μ’ αυτό, ο βασιλιάς θα πεθάνει και η Παραμυθούπολη θα καταστραφεί. Αυτό ήρθα να σας πω και φεύγω.
Μόλις έφυγε ο κακός σύμβουλος, η Παραμυθούπολη πήρε την κανονική της όψη. Το φως ξαναγύρισε και τα πουλιά ξανάρχισαν να κελαηδούν.
-Τι παραμύθια του είπατε του δράκου; Ρώτησε ο Παραμυθάς
-Εγώ του είπα το παραμύθι των λουλουδιών
-Εγώ για το φως και τη φωτιά
-Εγώ πάλι για τη γνώση
-Εγώ για την επιστήμη
-Κι εγώ για την αγάπη, είπαν τα παιδιά Όμως του δράκου δεν του άρεσαν καθόλου τα  παραμύθια μας.
-Είναι λογικό, σκέφτηκε ο Παραμυθάς. Ο κακός δεν συγκινείται ούτε από την ομορφιά , ούτε από το φως , ούτε από τη γνώση και την επιστήμη, ούτε και από την αγάπη. Μόνον ένα παραμύθι με κακούς του ταιριάζει. Να μην υπάρχουν καλοί. Κάτι σαν τη ζωή του. Όμως μπορεί σε ένα παραμύθι να νικά στο τέλος το κακό και το άσχημο; Να καταστρέφονται οι καλοί; Δεν θα είναι τότε παραμύθι!
-Δίκιο έχεις, συμφώνησαν τα παιδιά. Τι πρέπει να κάνουμε τότε;
-Δεν μπορεί θα υπάρχει λύση, είπε ο Μελέτης. Το βιβλίο το λέει ξεκάθαρα. Ποιο είναι το πιο ωραίο παραμύθι;
-Ωραίο είναι αυτό που φτάνει στην ώρα του, στη σωστή στιγμή, είπε η Σμαραγδένια.
-Νομίζω πως βρήκα τη λύση, φώναξε ο Παραμυθάς. Να λοιπόν ποιο παραμύθι ταιριάζει στο δράκο:
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας κακός δράκος, που ήταν τόσο πολύ δυνατός ώστε κυρίευσε όλες τις χώρες των ανθρώπων και των παραμυθιών. Ήταν ένας δράκος που όλοι τον φοβόνταν. Ήταν  απαίσιος και χαιρόταν να κάνει παντού το κακό. Όμως, κι εκείνος έκρυβε μέσα του έναν φόβο. Φοβόταν τη στιγμή που θα έχανε τη δύναμή του. Γιατί η δύναμη δεν είναι αιώνια. Μπορεί μια μέρα ένας άλλος δράκος, ή ένας βασιλιάς, ή ένα παιδί ή ακόμη και ένα παραμύθι να γινόταν πιο δυνατό απ’ αυτόν . Κι αυτό φοβόταν ο δράκος. Τι θα γινόταν τότε που όλοι αυτοί που τους έκανε κακό θα καταλάβαιναν ότι η δύναμή του δεν είναι ανίκητη;
-Όχι, δεν φοβάμαι τίποτε! Ακούστηκε τότε, η βροντερή φωνή του δράκου που με μιας εμφανίστηκε μπροστά τους. Απότομα τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν και το φως της μέρας λιγόστεψε.
-Φοβάσαι , τι θα απογίνεις όταν σταματήσεις να κυριαρχείς, απάντησε με θάρρος ο Παραμυθάς.
-Δε φοβάμαι κανέναν, ξαναείπε ο δράκος αλλά η φωνή του πια δεν ήταν τόσο δυνατή.
-Είσαι φοβητσιάρης, γιατί ένας κακός πάντα φοβάται μήπως γυρίσουν οι κακές του πράξεις εναντίον του, φώναξε και η Σμαραγδένια
-Δεν είμαι φοβητσιάρης , απάντησε τρομαγμένα ο δράκος που άρχισε ξαφνικά να μικραίνει.
-Είσαι φοβητσιάρης, φοβητσιάρης, άρχισαν να φωνάζουν όλα μαζί τα παιδιά.
Ο δράκος κάθε φορά που άκουγε τη λέξη φοβητσιάρης γινόταν όλο και πιο μικρός.
-Φοβητσιάρης, φοβητσιάρης, φοβητσιάρης συνέχισαν να φωνάζουν τα παιδιά κι ο δράκος όλο και μίκραινε, μίκραινε, ώσπου χωρούσε στη χούφτα του Παραμυθά. Όσο μίκραινε ο δράκος, τόσο πιο φωτεινή γινόταν η μέρα, τόσο πιο γλυκά κελαηδούσαν τα πουλιά, τόσο ευωδίαζαν τα λουλούδια.
-Φοβητσιάρης, φοβητσιάρης, φοβητσιάρης  ξαναφώναξαν τα παιδιά κι ο δράκος έγινε τόσο μικρός που μόλις τον έβλεπε το μάτι του ανθρώπου.
 Τότε γκρεμίστηκε η φυλακή που είχε ρίξει ο δράκος το βασιλιά κι  ο βασιλιάς ελευθερώθηκε κι αγκάλιασε τα παιδιά και τη Σμαραγδένια του. Έτσι, πήρε κι ο Παραμυθάς με προσοχή στη χούφτα του ενός του χεριού του το δράκο και κίνησε να φύγει από την Παραμυθούπολη. Βιαζόταν να τον πάρει μακριά από την όμορφη εκείνη χώρα. Ήθελε να τον κρατήσει δικό του. Ξέρετε πόσα παραμύθια θα μπορούσε να σκαρώσει με αυτόν τον πρώην κακό δράκο;


Έτσι έζησαν όλοι αυτοί καλά κι εμείς ακόμη καλύτερα.

                                                                                                                                 Βασιλική

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget