Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Η παλιά ντουλάπα


Μιαν αλήθεια θα σας πω
Για να μπείτε στο χορό
Θα ακούσετε πολλά
Ξένα μα και κοντινά

Για ταξίδια να σας πω;
Για μια βάρκα στο γιαλό;
Για του βασιλιά την άρπα;
ή για μια παλιά ντουλάπα;

Σε μια γωνιά του δρόμου, υπάρχει ακόμα και τώρα που μιλάμε μια παλιά ντουλάπα . Κανείς δεν της δίνει σημασία, μόνο , κάποτε, ένας μικρός, που ήταν πάντα στενοχωρημένος,  επειδή τα  άλλα  παιδιά δεν τον έπαιζαν, την πρόσεξε  .
  -Τι να έχει άραγε  αυτή η ντουλάπα; Ψιθύρισε για να μην τον ακούσουν οι υπόλοιποι και τον κοροϊδέψουν. Και, καθώς  έκανε να την ακουμπήσει αμέσως βρέθηκε στο απόλυτο σκοτάδι .
-Βοήθεια … φώναξε, πού βρίσκομαι ;
-Μη  φοβάσαι, ακούστηκε μια φωνή .
Ο μικρός γύρισε προς τα εκεί κι όταν τα μάτια του συνήθισαν ξεχώρισε έναν  άνθρωπο, που φορούσε στο κεφάλι του έναν μεγάλο σκούφο μάγειρα.


-Καλησπέρα ,ή όχι , καλημέρα , ή όχι, καληνύχτα ! Μπέρδεψε τα  λόγια του ο μικρούλης από την τρομάρα του. Πού βρίσκομαι;
Ο  άγνωστος χαμογέλασε ακόμα πιο πολύ και  τον πλησίασε.
- Βρίσκεσαι στην Παραμυθούπολη κι εγώ είμαι ο μάγειρας . Θα αφήσω τη δουλειά μου για να σε βοηθήσω να μάθεις κάτι σπουδαίο! Μα, γιατί έχεις αυτό το θλιμμένο πρόσωπο;
-Γιατί τα άλλα παιδιά ποτέ δεν με παίζουν, απάντησε ο μικρός
 -Ίσως αυτό να είναι το σπουδαίο που πρέπει να μάθεις, είπε ο μάγειρας . Πάμε  τώρα.
-Πάμε είπε κι ο μικρός και του έδωσε το χέρι του.
Δρόμο παίρναν , δρόμο αφήναν. Δρόμο παίρναν ,δρόμο αφήναν. Στο δρόμο ο Μάγειρας έδειχνε στο μικρό την Παραμυθούπολη και του φανέρωνε τα μυστικά της. Ο μικρός τα άκουγε όλα αυτά χωρίς να πει ούτε μια κουβέντα στον καλό μάγειρα που του μάθαινε τόσα ωραία πράγματα. Για κάποια στιγμή ο δρόμος  χωρίζονταν στα δυο και ο μάγειρας εξαφανίστηκε πριν καλά το καταλάβει ο μικρός. Κι εκείνος έμεινε μόνος και πάλι.

 Δεν ήξερε τι να κάνει, και το χειρότερο, η κοιλιά του άρχισε να γουργουρίζει και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
-Πεινώ, είπε και έψαξε την τσέπη του μήπως και βρει κάτι . Μα δε βρήκε τίποτε, παρά μόνο το χαρτζιλίκι του, που ήταν λεφτά, και τα λεφτά δεν τρώγονται. Έτσι συνέχισε απογοητευμένος το  δρόμο του . Μετά από πολύ περπάτημα συνάντησε έναν άνθρωπο που έμοιαζε με …πιρούνι .
-Είμαι πεινασμένος και στενοχωρημένος ,του είπε  ο μικρός. Μπορείτε να με βοηθήσετε;
- Έχω μια καλή ιδέα, του απάντησε εκείνος: Έλα στο σπίτι μου να χορτάσεις .
Τον ακολούθησε στο σπίτι του, έφαγε, έφαγε και χωρίς να πει μια καλή κουβέντα στον καλόν άνθρωπο, πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Ήρθε το βραδάκι και τα βλέφαρα του άρχισαν να βαραίνουν. Στο τέλος κοιμήθηκε σε μια γωνιά του δρόμου . Γρήγορα ένιωσε πως κρύωνε και μαζεύτηκε να ζεσταθεί,  όταν κατάλαβε πως κάποιος άπλωνε κάτι  ζεστό πάνω του:  Μια μεγάλη ζεστή κουβέρτα , για να τον προφυλάξει από την ψύχρα της βραδιάς . Έκανε τον κοιμισμένο  και  δεν ξεστόμισε ούτε μια γλυκιά κουβέντα σ΄ αυτόν που τον σκέφτηκε.
Σηκώθηκε το πρωί κι  άρχισε ξανά να  περπατάει. Σκεφτόταν όλα αυτά που του συνέβησαν:   θυμήθηκε τον καλό άνθρωπο που τον πήρε στο σπίτι του και τον χόρτασε, τη ζεστή κουβέρτα , το μάγειρα και τα λόγια του και δεν μπορούσε να βγάλει άκρη.
-Ποιο να είναι το σπουδαίο που πρέπει  να μάθω ; σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν Το απόγευμα της ιδίας μέρας ο ουρανός σκοτείνιασε και άρχισε μια δυνατή μπόρα .Όλοι πήγαν στα σπίτια τους κι ο μικρός, απ’  όποιον ζητούσε τη φιλοξενία του για να προστατευτεί  από τη βροχή, έπαιρνε απάντηση   αρνητική . Έτσι έμεινε  για άλλη μια φορά μόνος  και μούσκεμα . Τότε είδε από μακριά μια γυναίκα που κουβαλούσε ένα πανέρι  λουλούδια να έρχεται βιαστική κατά πάνω του.




-Ψιτ, εσύ του είπε. Κάνε λίγο πιο πέρα να περάσω  και είμαι βιαστική! Πρέπει να  πάω στην αγορά, να πουλήσω τα λουλούδια μου, όσο είναι ακόμα φρέσκα.
-Στάσου δυο λεπτά, παρακάλεσε  ο μικρός. Θέλω τη βοήθειά σου. Γιατί ενώ όλοι χθες εδώ στην Παραμυθούπολη με καλοδέχτηκαν και με βοήθησαν σήμερα με αποφεύγουν;
-Αποκλείεται , στην Παραμυθούπολη, όλοι τρέχουμε να βοηθήσουμε, δεν αποφεύγουμε ποτέ ο ένας τον άλλον, του είπε η γυναίκα.
-Κι όμως εμένα σήμερα με άφησαν να γίνω μούσκεμα. Γιατί;
-Περίεργο, μήπως  κι εσύ δεν έκανες κάτι σωστά; Μήπως ξέχασες κάτι να κάνεις γι’ αυτούς, τον ρώτησε η γυναίκα.
-Δεν  μπορώ να σκεφτώ τίποτε!  Είπε ο μικρός  και κίνησε να φύγει.
-Πού πας, έκανε ηγυναίκα. Δεν έχεις να πεις ούτε σε  μένα κάτι;
-Μα τι να πω; Μόνον ευχαριστώ  που μου χάρισες το χρόνο σου κι ας ήσουν βιαστική. Αλλά αυτό, δεν χρειάζεται να  το λέω, φτάνει που το νιώθω. Έπειτα, ντρέπομαι πολύ να λέω πως αισθάνομαι…
-Δεν  είναι έτσι, δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να ευχαριστούμε τους ανθρώπους. Δε φτάνει να το νιώθεις το «ευχαριστώ»,  πρέπει να το λες κάπου, κάπου, τον ορμήνεψε  η γυναίκα.
- Αν είναι έτσι, τώρα κατάλαβα το λάθος που μέχρι τώρα έκανα, φώναξε ο μικρός. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες να το ανακαλύψω.  Θα πρέπει να βρω τρόπο να ευχαριστήσω κι όλους τους άλλους που με νοιάστηκαν. Γι’  αυτό,  σε παρακαλώ, πούλα σε μένα τα λουλούδια σου, είπε και της έβαλε στο χέρι ολόκληρο το χαρτζιλίκι του.
Πήρε τα λουλούδια, χάρισε το πρώτο στη γυναίκα που τον συμβούλεψε και την παρακάλεσε να δώσει από ένα σε όλους αυτούς που τον είχαν βοηθήσει.  Δεν απόσωσε καλά καλά τα λόγια του και βρέθηκε με μιας μπροστά στην παλιά ντουλάπα. Στα χέρια του κρατούσε ακόμη ένα λουλούδι και  μ΄ αυτό στόλισε το παλιό της πόμολο.


Τα παιδιά που έπαιζαν παραπέρα τον είδαν, θαύμασαν το όμορφο λουλούδι και τον φώναξαν να παίξει μαζί  τους.
Ευχαριστώ,  είπε ο μικρούλης, για πρώτη φορά, χωρίς να ντρέπεται.
Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα

Ιφιγένεια