Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Αφιέρωμα στο Μίμη Σουλιώτη





Πέθανε ο λογοτέχνης Μίμης Σουλιώτης 






Σήμερα η Ελλάδα πενθεί έναν πνευματικό άνθρωπο, τα γράμματα ένα δάσκαλο, η ποίηση έναν ποιητή και η Δημιουργική Γραφή το δικό της άνθρωπο. Χθες το πρωί σε κλινική της Θεσσαλονίκης άφησε την τελευταία του πνοή ο Μίμης Σουλιώτης. Ο άνθρωπος που ήξερε να δίνει αξία στα απλά πράγματα, που λάτρευε τα "αβγά μάτ(α)ια".


Πέθανε ο Μίμης Σουλιώτης μετά από εξάμηνη μάχη με τον καρκίνο. 




Γεννημένος το 1949 με καταγωγή από την Πελοπόννησο και το Μοναστήρι της πρώην Γιουγκοσλαβίας είχε επιλέξει να ζει στη Φλώρινα και να «φροντίζει» τα γράμματα. Είχε σπουδάσει Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Μεταπτυχιακά έκανε στη Βυζαντινή Φιλολογία στη Βουδαπέστη ενώ εκπόνησε το Διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.




Είχε περάσει από πολλές δουλειές, μανάβης, φορτωτής ξυλείας, τυπογράφος αλλά βασικά ήταν ένας ακρίτας, ένας πολιτιστικός πόλος από μόνος του. Πνευματικό τέκνο του Γ. Π. Σαββίδη και λάτρης του Καβάφη είχε ιδρύσει το «Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης στις Πρέσπες», εξέδιδε περιοδικά, βιβλία για τη Φλώρινα αλλά και την ποίηση, έκανε διαλέξεις, καλούσε συγγραφείς να μιλήσουν. Παράλληλα ήταν αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Νηπιαγωγών της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και υπεύθυνος της βιβλιοθήκης του.




Στη Φλώρινα στο πλαίσιο του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας οργάνωσε το πρώτο πιλοτικό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής στα αγγλοσαξονικά πρότυπα με δίδακτρα και πολλούς καλεσμένους.



Είχε εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Σβούρα»,( Τραμ, 1972), «Ποιήματα εν παρόδω», (Τραμ, 1974), «Βαθιά επιφάνεια», (Κέδρος, 1992), «Αβγά μάταια», (Ερμής, 1998), «Περί ποιητικής»,( Ερμής, 1999), «Υγρά», (Ερμής, 2000), «Ήλιος στην σκοτία», (Ερμής, 2001), «Παλιές ηλικίες», (Ερμής, 2002). Τελευταία ποιητική του συλλογή ήταν η «Κύπρον , ιν ντηντ» (Μεταίχμιο, 2011). Στα μη ποιητικά του έργα περιλαμβάνονται τα : «58 σχόλια στον Καβάφη»,( Ύψιλον, 1993), «Οχτώ παραμύθια της Φλώρινας», (Φλώρινα, 1994), «Φλώρινα, μια πόλη στη λογοτεχνία», (Μεταίχμιο, 2002), «Αλφαβητάριο για την ποίηση», (Α.Π.Θ., Επίκεντρο, 1995), «Σκόρπια», (Gutenberg, 2001).


Ήταν υπεύθυνος της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων «Ερμής», ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων Δυτικής Μακεδονίας και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.



Ανακοίνωση εξέδωσε η Εταιρεία Συγγραφέων, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος, εκφράζοντας τα πιο θερμά της συλλυπητήρια στους οικείους του. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί αύριο το μεσημέρι στη Φλώρινα.


Πηγή: Εφημερίδα το Βήμα






Μίμης Σουλιώτης, Περί ποιητικής (ξδ')





Γράφει σαν βουβός εκ γενετής,
κάτι φαντάζεται, αλλάζει χέρι ή μολύβι,
πετάει τον κόπο του απογεύματος,
βγάζει νέο χαρτί για αλλιώτικους τόνους,
θα γράψει ή καλύτερα ή χειρότερα,
στην απλή τούτη τέχνη δεν ισχύει
το «κάθε πέρσι και καλύτερα».

Από τη συλλογή Περί ποιητικής (1974-1999) (1999)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=12643.0#ixzz2DRuLguSS






Μίμης Σουλιώτης, Ο χιονάνθρωπος





Με υπαρκτά συναισθήματα
πλάθανε τον χιονάνθρωπο της ενορίας τους
πατικώνοντας το ουρανοκατέβατο χιόνι
στη στρογγυλή πλατειούλα
και τον τριγυρίζαν σαν αδιάφορα
παρατηρώντας πιο πολύ τους περαστικούς
παρά αυτόν τον ίδιο,
με τα χέρια στα βάθη της τσέπης
αφή ξυλιασμένη.
Ύστερα, τον ρίξαν με κλοτσιές,
τον χαλάσαν με το ένστικτο του θανάτου,
τον τσαλαπατήσαν όλα μαζί
σα μαύρη μαγεία,
σαν πολιτικό κρατούμενο:

τα άταχτα, αθώα, ζωηρά παιδάκια.

Από τη συλλογή Βαθιά επιφάνεια (1992)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=12643.0#ixzz2DRuqDMlE






Μίμης Σουλιώτης, Θα πάμε τους χειμώνες μαζί







Θα πάμε τους χειμώνες μαζί
εσύ τους καινούριους κι εγώ τους παλιούς
τους κουβαλώ σαν σκληρό κέλυφος, που ασπρίζει
στην άκρη των κυρτών κεραμιδιών της Αχρίδας,
ξερό λευκό σαν ίχνη αγριόπαπιας. Στο μεταξύ
τ' αποδημητικά πουλιά θα είχαν παλιώσει
όποτε εμφανίζεσαι εσύ
στην καταθλιπτική φάση,
παίρνουμε μία από τις εποχές
που μας βγάζει στα ξακρίσματα του τοπίου.
Γονατίσαμε εκεί, αντικριστήκαμε
και τα μέτωπά μας λάμπαν στο αεράκι,
τα χέρια μας λυτά σαν μαλλιά λίγο φυσημένα
κι οι είκοσι ρώγες στ' ακροδάχτυλα
βάραιναν από έρωτα.

Από τη συλλογή Υγρά (2000)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=12643.0#ixzz2DRv2eipC






Μίμης Σουλιώτης, Πρέσπες









Είναι ώρες-ώρες θάλασσα κι οι Πρέσπες,
μεγάλη, πρασινο-γάλαζη και γκρίζα,
δεν την περνάς με καντιλλάκ ούτε με βέσπες∙
εδώ λόγια πολύγλωσσα και τ' άλογο πειθήνιο
σέρνει το κάρο με γκούμια από αλουμίνιο
σύρριζα στων βράχων την ξέξασπρη μαρκίζα.

Τόπος τερματικός. Παλιές σκιές
από φως πλάγιο και πιωμένο
περιπολούν άοπλες. Βαραίνουν οι φασολιές,
το νερό αραίωσε, γδέρνεται η βάρκα
στην περιττή ακρογιαλιά∙ τα βράχια πέτρινες μασέλες,
τα οστά του Σαμουήλ γδυτά χωρίς τη σάρκα.

Γελάδια βόσκει στ' αναδυμένα μέρη
το παιδόπουλο∙ προσεχής Έλλην από χέρι,
αξύριστος, λιγνός, λείψανο αχνό στ' αγέρι
τα σαλαγάει σφυρίζοντας με το στόμα και το χέρι.

Από τη συλλογή Παλιές ηλικίες (2002)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=12643.0#ixzz2DRvCilJI






Μίμης Σουλιώτης, Ήλιος στην Σκοτία (22.)





Ο ήλιος ανατέλλει εδώ και δύει στην Αλαμπάμα,
τονώνοντας ξελιγωμένα μάτια:
Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα,
στενάζει ο βετεράνος μετανάστης, Στα κομμάτια!
Οι σκέψεις του κατσιάζουν στο υποτιθέμενο χθες,
πτώμα εαυτού τού πλακώνει τη μνήμη–
ο κορμοράνος βολτάρει πάνω απ' τη λίμνη
και ας το σήκωνε το ειδεχθές.

Από τη συλλογή Ήλιος στην Σκοτία (2001

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=12643.0#ixzz2DRvOfKcG

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Ενδιαφέρουσα πρόσκληση!

Στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του ιστολογίου έλαβα την παρακάτω πρόσκληση/πρόκληση από τις εκδόσεις Σαΐτα. Το θεώρησα πολύ ενδιαφέρον και γι΄αυτό αναδημοσιεύω από τη ιστοσελίδα των εκδόσεων. Δυστυχώς δεν μπορώ να λάβω με τους μαθητές μου μέρος γιατί προβλέπεται συμμετοχή σε άτομα άνω των 18. Οι αναγνώστες όμως;

Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος


Ανοικτή πρόσκληση για το πρώτο συλλογικό ebook των
Εκδόσεων Σαΐτα

Όπως ταξιδεύουν οι ιδέες, οι νότες, οι άνθρωποι, ο νους, η σκέψη, 
έτσι και τα χρήματα ταξιδεύουν συνεχώς χωρίς να ενδιαφέρεται 
κανείς για την πορεία που ακολουθούν, τα προβλήματα που πιθανόν
 φέρνουν, τις συνειδήσεις τις οποίες αλλοιώνουν, την 
ανακούφιση από δυσάρεστες καταστάσεις, την αισιοδοξία, τη δύναμη, 
το κύρος, το πάθος, τη λύτρωση, την ενοχή, την εκμετάλλευση. 
Μέχρι τη στιγμή που ένα χαρτονόμισμα ζωντανεύει στο πορτοφόλι 
ενός νέου και μας διηγείται το ταξίδι του μέσα από τη ζωή του 
κάθε προσωρινού ιδιοκτήτη του.

Σας καλούμε λοιπόν να συμμετέχετε στο πρώτο συλλογικό
 ψηφιακό βιβλίο (e-book) των Εκδόσεων Σαΐτα διαμορφώνοντας 
την πορεία του ταξιδιού του πρώτου χαρτονομίσματος που μας 
μεταφέρει σκέψεις και συναισθήματα που πλημμυρίζουν τον
 αναγνώστη, το οποίο θα πάρει την τελική του μορφή από 
τους ίδιους τους αναγνώστες μέσω ανοικτής ηλεκτρονικής 
ψηφοφορίας.

Μπορείτε να αποστείλετε ηλεκτρονικά τα διηγήματά σας 
(όχι μεγαλύτερα από 1000 λέξεις) μέχρι την 
Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012 στην 
ηλεκτρονική διεύθυνση: info@saitapublications.gr

Περισσότερες πληροφορίες στη διεύθυνση:http://www.saitapublications.gr/

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Τα παραμύθια της ...ντουλάπας





Είπαμε να πειραματιστούμε να σκαρώσουμε παραμύθια από το τίποτε! Από κάτι που δεν έχει σχέση με παραμύθι, από μια ντουλάπα, πέταξε κάποιος.
Στοίχημα και πείσμα μαζί και αρχίσαμε να δημιουργούμε "τα παραμύθια της ντουλάπας". Δώσαμε κλότσο στην ανέμη, γράψαμε, σβήσαμε , ξαναγράψαμε, ξανασβήσαμε και καταλάβαμε πως μια ντουλάπα, είτε είναι παλιά, είτε σπασμένη, είτε χρυσή, είτε πολύχρωμη, κρύβει πολλά παραμύθια κι όχι μόνο αυτά που εμείς γράψαμε.
Στολίσαμε τα παραμύθια μας με εισαγωγικά παραμυθοτράγουδα. έτσι,  για να μπουν τα παραμύθια μας πιο εύκολα στο στόμα του αφηγητή και να κρατάν τον ακροατή μαγεμένο, μέχρι και το "έζησαν αυτοί καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα"!


Fantasy Myspace Comments


Ο Παραμυθάς κι ο δράκος.


Ο Παραμυθάς κι ο δράκος.

Να σας πω για μια κοπέλα
Ή μήπως για ένα παλάτι
Να σας πω για μια κουνέλα
Ή για του αλλουνού το μάτι;

Βρήκα, τελικά το βρήκα!
Θα σας πω για μια βαρέλα
που τη στόλιζε κορδέλα,
που μια φορά στα μέσα Μάρτη
τη γεμίσανε μ’ αλάτι.

Ξέρω, δεν σας ενδιαφέρει
Κι απορία θα σας φέρει!
Παραμύθι θα ιστορήσω
Τη ζωή να σας στολίσω

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια μακρινή χώρα ο Παραμυθάς, ένας μικρός που σκάρωνε στο πι και φι παραμύθια. Μόνο, που τώρα τελευταία ήταν πολύ στενοχωρημένος γιατί  είχε ξεμείνει εντελώς από ιδέες. Μόλις πήγαινε να φτιάξει ένα παραμύθι καταλάβαινε ότι το είχε ήδη πει. Έτσι μια μέρα, που η δασκάλα στο σχολείο έβαλε σε όλα τα παιδιά να γράψουν από ένα παραμύθι, αυτός πήγε να πεθάνει από τη στενοχώρια του.


-Εγώ, ο Παραμυθάς και να μη μπορώ να σκαρώσω ούτε ένα παραμύθι, ψιθύρισε απελπισμένος. Τότε άκουσε μια φωνούλα
- Παραμυθά,  έλα κοντά μου! Γύρισε το κεφάλι του δεξιά, το γύρισε αριστερά, αλλά τίποτε. Τα άλλα παιδιά έγραφαν το παραμύθι τους. Η φωνούλα όμως ξανακούστηκε:
-Έλα Παραμυθά και δε θα χάσεις.
- Και τι έχω να χάσω; Αναρωτήθηκε κι αυτός. Μήπως έχω κάτι να γράψω; Σηκώθηκε από τη θέση του και βγήκε έξω, μήπως και ακούσει καθαρότερα.
-Έλα κάτω, στην παλιά αποθήκη, ξανακούστηκε η φωνή, πιο δυνατά. Κατέβηκε τότε τα σκαλιά και μπήκε στην μικρή αποθήκη του σχολείου.
-Έλα Παραμυθά , σε χρειαζόμαστε, ξανακούστηκε η φωνή. Έβγαινε από μια παλιά θαλασσί ντουλάπα. Χωρίς να χάσει χρόνο ο Παραμυθάς άνοιξε τη ντουλάπα και με μιας βρέθηκε να κατρακυλά σε ένα σκοτεινό γκρεμό. Μαζί του έπεφταν βιβλία, μπάλες, ρολόγια, μολύβια κι όλα τα παλιά πράγματα που είχε η αποθήκη του σχολείου. Σε μια στιγμή προσγειώθηκε σε ένα απαλό στρώμα από χορτάρι. Κοίταξε γύρω του.
-Τι υπέροχο μέρος! Τεράστια παράξενα δέντρα, περίεργα φυτά,  πολύχρωμα  ευωδιαστά λουλούδια και παντού μουσικές από κελαϊδίσματα πουλιών. Τι όμορφος τόπος, σαν τα παραμύθια είπε ο Παραμυθάς που ένιωθε σαν στο σπίτι του.
-Σε ευχαριστούμε που ήρθες στην Παραμυθούπολη, άκουσε όχι μία αλλά πέντε φωνές σαν αυτή που τον καλούσε. Γύρισε το κεφάλι του και είδε πέντε παιδιά.
-Εγώ είμαι ο Άνθος, είπε το πρώτο παιδί. Ασχολούμαι με τα φυτά, αλλά δεν μου αρέσει να με λένε …φυτό! Καλώς ήρθες Παραμυθά .
-Καλώς ήρθες μικρέ μας σωτήρα! Εγώ είμαι ο Φώτος, που αγαπώ το φως και τη φωτιά
-Κι εγώ ο Πείρος, που μου αρέσουν τα πειράματα, συστήθηκαν δύο αγόρια που έμοιαζαν μεταξύ τους σαν δυο σταγόνες νερό.
-Κι εγώ είμαι η Σμαραγδένια, η κόρη του βασιλιά της Παραμυθούπολης. Αγαπώ τα πετράδια και τα σμαράγδια. Είμαι μια πριγκίπισσα, αλλά …μην υποκλιθείς.
-Σε φωνάξαμε εδώ γιατί είσαι ο μόνος που μπορεί να μας σώσει ! Αυτό το διάβασα εγώ, ο Μελέτης, στα βιβλία που κατρακυλάν από την παλιά αποθήκη του σχολείου σου στην Παραμυθούπολη. , είπε το πέμπτο παιδί.
-Και τι διάβασες δηλαδή στα παλιά βιβλία; Ρώτησε ο Παραμυθάς.
-Να, διάβασα πως ο μόνος τρόπος να νικηθεί ο κακός δράκος που θέλει να κυριεύσει και να εξαφανίσει την Παραμυθούπολη, είναι να του πούμε το πιο ωραίο παραμύθι του κόσμου. Και όλοι το ξέρουν πως τα πιο ωραία παραμύθια τα λέει ο Παραμυθάς, δηλαδή εσύ!
-Και ποιος είναι αυτός ο κακός δράκος; Ρώτησε όλο απορία και ενδιαφέρον ο Παραμυθάς.



-Είναι αυτός που κρατά φυλακισμένο τον πατέρα μου. Κι αν δεν πάμε να τον ελευθερώσουμε γρήγορα θα καταστρέψει την Παραμυθούπολη, απάντησε η Σμαραγδένια
-Θα ρίξει σκοτάδι και θα χαθεί το φως και η ομορφιά , είπε ο Φώτος.
-Δεν θα βλέπω να κάνω πειράματα για να ανακαλύπτω πράγματα και να βοηθώ τον κόσμο, μουρμούρισε ο Πείρος .
-Θα μαραθούν τα φυτά και τα λουλούδια, συμπλήρωσε ο Άνθος.
-Ούτε κι εγώ  θα μπορώ να διαβάζω και να βρίσκω λύσεις στα προβλήματα είπε κι ο Μελέτης.
-Κι εγώ δεν θα μπορώ να χαρώ τα σμαράγδια μου, γιατί δεν θα έχουν φως και αξία χωρίς την αγάπη του πατέρα μου, είπε η Σμαραγδένια.
-Αν είναι έτσι, τότε ο δράκος πρέπει να νικηθεί. Δεν μπορώ, εγώ ο Παραμυθάς να αφήσω να χαθεί η Παραμυθούπολη, τώρα που τη βρήκα είπε κι ο Παραμυθάς. Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει τα λόγια του κι ο ουρανός έγινε κατάμαυρος. Τα δέντρα χαμήλωσαν, τα λουλούδια μάζεψαν τα πέταλά τους και τα πουλιά με μιας βουβάθηκαν. Ο Παραμυθάς τρόμαξε.
-Πάει η Παραμυθούπολη, ψιθύρισε
- Μη φοβάσαι, του έδωσε θάρρος η Σμαραγδένια. Είναι ο …σύμβουλος του δράκου.
-Τι συνεδριάζετε; Ακούστηκε τότε μια βροντερή φωνή. Νομίζετε ότι θα νικήσετε το δράκο; Έχετε μέχρι τώρα πει πέντε παραμύθια. Σας μένει ακόμη ένα, το τελευταίο. Αν δεν τον νικήσετε μ’ αυτό, ο βασιλιάς θα πεθάνει και η Παραμυθούπολη θα καταστραφεί. Αυτό ήρθα να σας πω και φεύγω.
Μόλις έφυγε ο κακός σύμβουλος, η Παραμυθούπολη πήρε την κανονική της όψη. Το φως ξαναγύρισε και τα πουλιά ξανάρχισαν να κελαηδούν.
-Τι παραμύθια του είπατε του δράκου; Ρώτησε ο Παραμυθάς
-Εγώ του είπα το παραμύθι των λουλουδιών
-Εγώ για το φως και τη φωτιά
-Εγώ πάλι για τη γνώση
-Εγώ για την επιστήμη
-Κι εγώ για την αγάπη, είπαν τα παιδιά Όμως του δράκου δεν του άρεσαν καθόλου τα  παραμύθια μας.
-Είναι λογικό, σκέφτηκε ο Παραμυθάς. Ο κακός δεν συγκινείται ούτε από την ομορφιά , ούτε από το φως , ούτε από τη γνώση και την επιστήμη, ούτε και από την αγάπη. Μόνον ένα παραμύθι με κακούς του ταιριάζει. Να μην υπάρχουν καλοί. Κάτι σαν τη ζωή του. Όμως μπορεί σε ένα παραμύθι να νικά στο τέλος το κακό και το άσχημο; Να καταστρέφονται οι καλοί; Δεν θα είναι τότε παραμύθι!
-Δίκιο έχεις, συμφώνησαν τα παιδιά. Τι πρέπει να κάνουμε τότε;
-Δεν μπορεί θα υπάρχει λύση, είπε ο Μελέτης. Το βιβλίο το λέει ξεκάθαρα. Ποιο είναι το πιο ωραίο παραμύθι;
-Ωραίο είναι αυτό που φτάνει στην ώρα του, στη σωστή στιγμή, είπε η Σμαραγδένια.
-Νομίζω πως βρήκα τη λύση, φώναξε ο Παραμυθάς. Να λοιπόν ποιο παραμύθι ταιριάζει στο δράκο:
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας κακός δράκος, που ήταν τόσο πολύ δυνατός ώστε κυρίευσε όλες τις χώρες των ανθρώπων και των παραμυθιών. Ήταν ένας δράκος που όλοι τον φοβόνταν. Ήταν  απαίσιος και χαιρόταν να κάνει παντού το κακό. Όμως, κι εκείνος έκρυβε μέσα του έναν φόβο. Φοβόταν τη στιγμή που θα έχανε τη δύναμή του. Γιατί η δύναμη δεν είναι αιώνια. Μπορεί μια μέρα ένας άλλος δράκος, ή ένας βασιλιάς, ή ένα παιδί ή ακόμη και ένα παραμύθι να γινόταν πιο δυνατό απ’ αυτόν . Κι αυτό φοβόταν ο δράκος. Τι θα γινόταν τότε που όλοι αυτοί που τους έκανε κακό θα καταλάβαιναν ότι η δύναμή του δεν είναι ανίκητη;
-Όχι, δεν φοβάμαι τίποτε! Ακούστηκε τότε, η βροντερή φωνή του δράκου που με μιας εμφανίστηκε μπροστά τους. Απότομα τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν και το φως της μέρας λιγόστεψε.
-Φοβάσαι , τι θα απογίνεις όταν σταματήσεις να κυριαρχείς, απάντησε με θάρρος ο Παραμυθάς.
-Δε φοβάμαι κανέναν, ξαναείπε ο δράκος αλλά η φωνή του πια δεν ήταν τόσο δυνατή.
-Είσαι φοβητσιάρης, γιατί ένας κακός πάντα φοβάται μήπως γυρίσουν οι κακές του πράξεις εναντίον του, φώναξε και η Σμαραγδένια
-Δεν είμαι φοβητσιάρης , απάντησε τρομαγμένα ο δράκος που άρχισε ξαφνικά να μικραίνει.
-Είσαι φοβητσιάρης, φοβητσιάρης, άρχισαν να φωνάζουν όλα μαζί τα παιδιά.
Ο δράκος κάθε φορά που άκουγε τη λέξη φοβητσιάρης γινόταν όλο και πιο μικρός.
-Φοβητσιάρης, φοβητσιάρης, φοβητσιάρης συνέχισαν να φωνάζουν τα παιδιά κι ο δράκος όλο και μίκραινε, μίκραινε, ώσπου χωρούσε στη χούφτα του Παραμυθά. Όσο μίκραινε ο δράκος, τόσο πιο φωτεινή γινόταν η μέρα, τόσο πιο γλυκά κελαηδούσαν τα πουλιά, τόσο ευωδίαζαν τα λουλούδια.
-Φοβητσιάρης, φοβητσιάρης, φοβητσιάρης  ξαναφώναξαν τα παιδιά κι ο δράκος έγινε τόσο μικρός που μόλις τον έβλεπε το μάτι του ανθρώπου.
 Τότε γκρεμίστηκε η φυλακή που είχε ρίξει ο δράκος το βασιλιά κι  ο βασιλιάς ελευθερώθηκε κι αγκάλιασε τα παιδιά και τη Σμαραγδένια του. Έτσι, πήρε κι ο Παραμυθάς με προσοχή στη χούφτα του ενός του χεριού του το δράκο και κίνησε να φύγει από την Παραμυθούπολη. Βιαζόταν να τον πάρει μακριά από την όμορφη εκείνη χώρα. Ήθελε να τον κρατήσει δικό του. Ξέρετε πόσα παραμύθια θα μπορούσε να σκαρώσει με αυτόν τον πρώην κακό δράκο;


Έτσι έζησαν όλοι αυτοί καλά κι εμείς ακόμη καλύτερα.

                                                                                                                                 Βασιλική

Η πολύχρωμη ντουλάπα


Παραμύθι αρχινώ
Τι θα θέλατε να  πω;
Μήπως για μία κοπέλα
Πούχε όμορφα καπέλα
Ή για τ’ αρχοντόπουλο
 που είναι σαν κοτόπουλο;
Ή για μία μαύρη γάτα
 που φορούσε ροζ γραβάτα;

Μια φορά κι έναν καιρό
Σ’ ένα μακρινό χωριό


Μια μέρα απ’ αυτές που όλα τα παιδιά πετάνε χαρταετούς, ο Φτωχογιάννης έμεινε και πάλι μόνος. Τα άλλα παιδιά πήραν τους χαρταετούς τους κι έφυγαν, χωρίς να του πουν κι αυτού να πάει μαζί τους. Δεν τον ήθελαν στην παρέα τους, γιατί η οικογένειά του ήταν φτωχή. Δεν του έλεγαν όμως την αλήθεια και εύρισκαν ένα σωρό δικαιολογίες για να τον αποφεύγουν.



 Ξεκίνησε λοιπόν κι ο Φτωχογιάννης  να πετάξει μόνος του το χαρταετό του. Δίνει μια, δίνει δυο και ο χαρταετός σηκώθηκε πολύ ψηλά. Χαρούμενος , τον καμάρωνε, ώσπου ένας δυνατός αέρας τον παρέσυρε και τον πέταξε με δύναμη μακριά, πάνω σε ένα ψηλό δέντρο που ακουμπούσε στη στέγη ενός παράξενου σπιτιού. Τρέχει ο Φτωχογιάννης  για να πάρει τον χαρταετό του και θαμπώνεται!
-Τι παράξενο σπίτι, τι πολύχρωμοι οι τοίχοι του, τι όμορφος ο κήπος του γεμάτος με πολύχρωμα λουλούδια, είπε κι αποφάσισε να ανεβεί στη στέγη του σπιτιού για να φτάσει το χαρταετό του. Μα σαν σκαρφάλωσε εκεί ψηλά, γκτουπ! Γλίστρησε κι έπεσε μέσα στο σπίτι!
Μόλις συνήλθε απ’ την τρομάρα του γύρισε τα μάτια του και είδε ένα σωρό πολύχρωμα πράγματα, σπασμένα. Σπασμένα βάζα, σπασμένα τραπέζια και καρέκλες  και στο βάθος μια σπασμένη ντουλάπα. Κάνει να ανοίξει την πόρτα της ντουλάπας και αμέσως ξεχύθηκε  ένα πολύχρωμο φως τόσο δυνατό που  αναγκάστηκε να κλείσει αμέσως τα μάτια του.  Όταν τα ξανάνοιξε κατάλαβε ότι είχε βρεθεί σ’ έναν άλλον κόσμο.
Αυτός ο κόσμος ήταν πολύ όμορφος και πολύχρωμος. Όλα τα σπίτια , αλλά και όλα τα πράγματα είχαν σχήμα και γεύση ζαχαρωτού. Ό, τι καλό και χρήσιμο μπορεί να φανταστεί το μυαλό του ανθρώπου υπήρχε σ’ αυτόν τον κόσμο.
 Ξαφνικά, άκουσε φωνές! Πρόσεξε τότε πολλά μικρά ανθρωπάκια που πολεμούσαν μεταξύ τους. Ο Φτωχογιάννης  μπήκε ανάμεσά τους να τα χωρίσει.
-Πρέπει να ντρέπεστε, τους φώναξε. Έχετε έναν τόσο όμορφο κόσμο, με όλα τα καλά που χωράει ο νους και πολεμάτε μεταξύ σας;
Ντράπηκαν τότε τα ανθρωπάκια, τρόμαξαν σαν άκουσαν την αλήθεια από το στόμα του Φτωχογιάννης , σταμάτησαν τον πόλεμο κι έτρεξαν να κρυφτούν στα ζαχαρένια σπίτια τους. Μα ο Φτωχογιάννης  τα φώναξε να βγουν έξω. Διηγήθηκε την ιστορία του και το πώς έφτασε στον κόσμο τους. Τότε ήρθε κι ο βασιλιάς




-Θέλω να σε ευχαριστήσω, είπε στο Φτωχογιάννη, που σταμάτησες τον πόλεμο. Για το καλό που έκανες θα σου πραγματοποιήσω τρεις ευχές. Ο Φτωχογιάννης  δεν έχασε χρόνο και ξεκίνησε . Σκέφτηκε τα παιδιά που του έλεγαν συνέχεια ψέματα για να τον αποφύγουν και είπε:
-Θέλω όλοι οι άνθρωποι να λένε πάντα την αλήθεια.
Μετά σκέφτηκε τους γονείς του, που έψαχναν να βρουν δουλειά και είπε:
-Θέλω οι γονείς μου, αλλά και όλοι οι άνθρωποι που θέλουν να δουλέψουν , να βρουν αμέσως δουλειά.
Έπειτα σκέφτηκε το πόσο μόνος ήταν και είπε:
-Θέλω να έχω φίλους.
Οι ευχές σου θα γίνουν πραγματικότητα, είπε ο βασιλιάς και κίνησε να φύγει.
- Χαρούμενος ο Φτωχογιάννης  τον ρώτησε πώς θα γυρίσει πίσω.
-Χρησιμοποίησες όλες σου τις ευχές, απάντησε ο βασιλιάς, μα δε ζήτησες να γυρίσεις στον κόσμο σου. Δεν μπορείς επομένως να φύγεις.
Ο Φτωχογιάννης  στενοχωρήθηκε πολύ και κάθισε παράμερα για να σκεφτεί τι θα κάνει. Τότε τον πλησίασε ένα από τα ανθρωπάκια και του είπε:
-Άκουσα με προσοχή την ιστορία σου και  καταλαβαίνω τη στενοχώρια σου. Γιατί κι εγώ πριν έρθω εδώ, ήμουν άνθρωπος. Κι εγώ ζούσα μες στη στενοχώρια επειδή δεν με έκανε κανένας παρέα. Όλοι με φώναζαν άσχημο! Κι εγώ μπήκα στο πολύχρωμο σπίτι και άνοιξα τη σπασμένη ντουλάπα. Μόλις ήρθα σε αυτόν τον πολύχρωμο κόσμο, μου άρεσε τόσο πολύ , που είπα πως δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Τότε ο βασιλιάς ευχαριστημένος από την προτίμηση που έδειξα στον κόσμο του, μου έδωσε το δικαίωμα να κάνω τρεις ευχές .Κι εγώ του ζήτησα μόνο μία:
 -Όταν θέλω να πηγαίνω να βλέπω τους γονείς μου.
Τις άλλες δύο ευχές δεν τις χρησιμοποίησα. Έτσι λέω,  επειδή μας βοήθησες πολύ κάνοντάς μας να σταματήσουμε τον πόλεμο, να σε βοηθήσω κι εγώ με τη σειρά μου.
-Εύχομαι, ο Φτωχογιάννης  να επιστρέψει στον κόσμο του και στην οικογένειά του, φώναξε και ο Φτωχογιάννης  βρέθηκε με μιας στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί άρχισε να αναζητά τους γονείς του για να τους διηγηθεί την ιστορία του, μα μια γειτόνισσα του είπε πως λείπουν και οι δυο, στη δουλειά
Πριν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξή του φάνηκαν τα άλλα τα παιδιά να  έρχονται προς το μέρος του κρατώντας το χαρταετό του .
- Φτωχογιάννη, αυτός δεν είναι ο χαρταετός σου; Τον βρήκαμε κρεμασμένο σε ένα ψηλό δένδρο , του είπαν. Τον κατεβάσαμε και σου τον φέραμε γιατί σκεφτήκαμε πως θα στενοχωρήθηκες που τον έχασες.
Κι έτσι ο Φτωχογιάννης , με φίλους σ’ αυτόν αλλά και στον άλλον , τον πολύχρωμο κόσμο, έζησε καλά κι εμείς καλύτερα. 
                                                                                                                               Σοφία

Η παλιά ντουλάπα


Μιαν αλήθεια θα σας πω
Για να μπείτε στο χορό
Θα ακούσετε πολλά
Ξένα μα και κοντινά

Για ταξίδια να σας πω;
Για μια βάρκα στο γιαλό;
Για του βασιλιά την άρπα;
ή για μια παλιά ντουλάπα;

Σε μια γωνιά του δρόμου, υπάρχει ακόμα και τώρα που μιλάμε μια παλιά ντουλάπα . Κανείς δεν της δίνει σημασία, μόνο , κάποτε, ένας μικρός, που ήταν πάντα στενοχωρημένος,  επειδή τα  άλλα  παιδιά δεν τον έπαιζαν, την πρόσεξε  .
  -Τι να έχει άραγε  αυτή η ντουλάπα; Ψιθύρισε για να μην τον ακούσουν οι υπόλοιποι και τον κοροϊδέψουν. Και, καθώς  έκανε να την ακουμπήσει αμέσως βρέθηκε στο απόλυτο σκοτάδι .
-Βοήθεια … φώναξε, πού βρίσκομαι ;
-Μη  φοβάσαι, ακούστηκε μια φωνή .
Ο μικρός γύρισε προς τα εκεί κι όταν τα μάτια του συνήθισαν ξεχώρισε έναν  άνθρωπο, που φορούσε στο κεφάλι του έναν μεγάλο σκούφο μάγειρα.


-Καλησπέρα ,ή όχι , καλημέρα , ή όχι, καληνύχτα ! Μπέρδεψε τα  λόγια του ο μικρούλης από την τρομάρα του. Πού βρίσκομαι;
Ο  άγνωστος χαμογέλασε ακόμα πιο πολύ και  τον πλησίασε.
- Βρίσκεσαι στην Παραμυθούπολη κι εγώ είμαι ο μάγειρας . Θα αφήσω τη δουλειά μου για να σε βοηθήσω να μάθεις κάτι σπουδαίο! Μα, γιατί έχεις αυτό το θλιμμένο πρόσωπο;
-Γιατί τα άλλα παιδιά ποτέ δεν με παίζουν, απάντησε ο μικρός
 -Ίσως αυτό να είναι το σπουδαίο που πρέπει να μάθεις, είπε ο μάγειρας . Πάμε  τώρα.
-Πάμε είπε κι ο μικρός και του έδωσε το χέρι του.
Δρόμο παίρναν , δρόμο αφήναν. Δρόμο παίρναν ,δρόμο αφήναν. Στο δρόμο ο Μάγειρας έδειχνε στο μικρό την Παραμυθούπολη και του φανέρωνε τα μυστικά της. Ο μικρός τα άκουγε όλα αυτά χωρίς να πει ούτε μια κουβέντα στον καλό μάγειρα που του μάθαινε τόσα ωραία πράγματα. Για κάποια στιγμή ο δρόμος  χωρίζονταν στα δυο και ο μάγειρας εξαφανίστηκε πριν καλά το καταλάβει ο μικρός. Κι εκείνος έμεινε μόνος και πάλι.

 Δεν ήξερε τι να κάνει, και το χειρότερο, η κοιλιά του άρχισε να γουργουρίζει και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
-Πεινώ, είπε και έψαξε την τσέπη του μήπως και βρει κάτι . Μα δε βρήκε τίποτε, παρά μόνο το χαρτζιλίκι του, που ήταν λεφτά, και τα λεφτά δεν τρώγονται. Έτσι συνέχισε απογοητευμένος το  δρόμο του . Μετά από πολύ περπάτημα συνάντησε έναν άνθρωπο που έμοιαζε με …πιρούνι .
-Είμαι πεινασμένος και στενοχωρημένος ,του είπε  ο μικρός. Μπορείτε να με βοηθήσετε;
- Έχω μια καλή ιδέα, του απάντησε εκείνος: Έλα στο σπίτι μου να χορτάσεις .
Τον ακολούθησε στο σπίτι του, έφαγε, έφαγε και χωρίς να πει μια καλή κουβέντα στον καλόν άνθρωπο, πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Ήρθε το βραδάκι και τα βλέφαρα του άρχισαν να βαραίνουν. Στο τέλος κοιμήθηκε σε μια γωνιά του δρόμου . Γρήγορα ένιωσε πως κρύωνε και μαζεύτηκε να ζεσταθεί,  όταν κατάλαβε πως κάποιος άπλωνε κάτι  ζεστό πάνω του:  Μια μεγάλη ζεστή κουβέρτα , για να τον προφυλάξει από την ψύχρα της βραδιάς . Έκανε τον κοιμισμένο  και  δεν ξεστόμισε ούτε μια γλυκιά κουβέντα σ΄ αυτόν που τον σκέφτηκε.
Σηκώθηκε το πρωί κι  άρχισε ξανά να  περπατάει. Σκεφτόταν όλα αυτά που του συνέβησαν:   θυμήθηκε τον καλό άνθρωπο που τον πήρε στο σπίτι του και τον χόρτασε, τη ζεστή κουβέρτα , το μάγειρα και τα λόγια του και δεν μπορούσε να βγάλει άκρη.
-Ποιο να είναι το σπουδαίο που πρέπει  να μάθω ; σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν Το απόγευμα της ιδίας μέρας ο ουρανός σκοτείνιασε και άρχισε μια δυνατή μπόρα .Όλοι πήγαν στα σπίτια τους κι ο μικρός, απ’  όποιον ζητούσε τη φιλοξενία του για να προστατευτεί  από τη βροχή, έπαιρνε απάντηση   αρνητική . Έτσι έμεινε  για άλλη μια φορά μόνος  και μούσκεμα . Τότε είδε από μακριά μια γυναίκα που κουβαλούσε ένα πανέρι  λουλούδια να έρχεται βιαστική κατά πάνω του.




-Ψιτ, εσύ του είπε. Κάνε λίγο πιο πέρα να περάσω  και είμαι βιαστική! Πρέπει να  πάω στην αγορά, να πουλήσω τα λουλούδια μου, όσο είναι ακόμα φρέσκα.
-Στάσου δυο λεπτά, παρακάλεσε  ο μικρός. Θέλω τη βοήθειά σου. Γιατί ενώ όλοι χθες εδώ στην Παραμυθούπολη με καλοδέχτηκαν και με βοήθησαν σήμερα με αποφεύγουν;
-Αποκλείεται , στην Παραμυθούπολη, όλοι τρέχουμε να βοηθήσουμε, δεν αποφεύγουμε ποτέ ο ένας τον άλλον, του είπε η γυναίκα.
-Κι όμως εμένα σήμερα με άφησαν να γίνω μούσκεμα. Γιατί;
-Περίεργο, μήπως  κι εσύ δεν έκανες κάτι σωστά; Μήπως ξέχασες κάτι να κάνεις γι’ αυτούς, τον ρώτησε η γυναίκα.
-Δεν  μπορώ να σκεφτώ τίποτε!  Είπε ο μικρός  και κίνησε να φύγει.
-Πού πας, έκανε ηγυναίκα. Δεν έχεις να πεις ούτε σε  μένα κάτι;
-Μα τι να πω; Μόνον ευχαριστώ  που μου χάρισες το χρόνο σου κι ας ήσουν βιαστική. Αλλά αυτό, δεν χρειάζεται να  το λέω, φτάνει που το νιώθω. Έπειτα, ντρέπομαι πολύ να λέω πως αισθάνομαι…
-Δεν  είναι έτσι, δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να ευχαριστούμε τους ανθρώπους. Δε φτάνει να το νιώθεις το «ευχαριστώ»,  πρέπει να το λες κάπου, κάπου, τον ορμήνεψε  η γυναίκα.
- Αν είναι έτσι, τώρα κατάλαβα το λάθος που μέχρι τώρα έκανα, φώναξε ο μικρός. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες να το ανακαλύψω.  Θα πρέπει να βρω τρόπο να ευχαριστήσω κι όλους τους άλλους που με νοιάστηκαν. Γι’  αυτό,  σε παρακαλώ, πούλα σε μένα τα λουλούδια σου, είπε και της έβαλε στο χέρι ολόκληρο το χαρτζιλίκι του.
Πήρε τα λουλούδια, χάρισε το πρώτο στη γυναίκα που τον συμβούλεψε και την παρακάλεσε να δώσει από ένα σε όλους αυτούς που τον είχαν βοηθήσει.  Δεν απόσωσε καλά καλά τα λόγια του και βρέθηκε με μιας μπροστά στην παλιά ντουλάπα. Στα χέρια του κρατούσε ακόμη ένα λουλούδι και  μ΄ αυτό στόλισε το παλιό της πόμολο.


Τα παιδιά που έπαιζαν παραπέρα τον είδαν, θαύμασαν το όμορφο λουλούδι και τον φώναξαν να παίξει μαζί  τους.
Ευχαριστώ,  είπε ο μικρούλης, για πρώτη φορά, χωρίς να ντρέπεται.
Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα

Ιφιγένεια